Podycaster Ep.3 – Από το Mindelo στο Cork

Written by

in

Φίλες και φίλοι είστε συντονισμένοι στον Podycaster FM FM. Ο Κώστας Κόλιας είναι στο μικρόφωνο και την επιλογή της μουσικής. Θα είμαστε μαζί για τις επόμενες δύο ώρες. Όχι, ρε μη ψαρώνετε. Σκάρτο ένα τεταρτάκι. Άλλωστε τα έχουμε πει. Δεν είναι εκπομπή, δεν είναι βόας ούτε κροταλίας. Είναι οι φανταστικοζούμενοσπαρταριστές περιπέτειες του Podycaster

Το μενού σήμερα εκτός από γιουβαρλάκια έχει Ιρλανδία, Πράσινο Ακρωτήρι, Φιλαδέλφεια. Όχι, δεν έχω γίνει ακόμη ταξιδιωτικός πράκτορας. Θα σας τα σπάσω όμως σε πενηνταράκια σιγά-σιγά. Ας ξεκινήσουμε, γιατί οι σφυγμοί σας ακούγονται μέχρι το στούντιο. Εμπνέομαι από πραγματικά γεγονότα και φανταστικά χάμστερ για να πλέξω ένα ατέρμονο γαϊτανάκι εποχών και γεγονότων στην πλάτη ενός γιγάντιου μονόκερου που στροβιλίζεται στο άπειρο, σε έναν αέναο τρελό χορό.[00:01:00]

Ζωγραφική στα μικρόφωνα. Μην το αργούμε όμως, γιατί σας έχω αφήσει στην άκρη του γκρεμού και θα μου πέσετε. Πάμε μαέστρο με το τρίτο επεισόδιο. Το φαρμακερό.

Ο ήρωάς μας είναι ένα χάμστερ που ετοιμάζεται για το λύκειο. Γιατί όπως ξέρουμε όλα τα χάμστερ πάνε λύκειο. Πριν όμως κάνουμε την πολυδιαφημισμένη μετακόμιση στην καινούργια γειτονιά, ρίχνουμε μέσα από μια interstellar χαραμάδα μια κλεφτή ματιά στο μέλλον. Το δικό μας παρόν δηλαδή. Ο ήρωάς μας, καθώς οδηγεί το σαραβαλάκι του, ακούει στο ραδιόφωνο – υπάρχουν ακόμη ραδιόφωνα – ένα σποτάκι για την Cesária Évora Orchestra που θα ερχόταν για μία συναυλία.

Το μυαλό του ταξίδεψε στο παρελθόν, τότε που έψαχνε εφημερεύον φαρμακείο να της βρει αλοιφή για τους κάλους της. Άλλος ένας λόγος που τραγουδούσε ξυπόλυτη. Ήταν στα διαλείμματα της πρόβας που έκανε μαζί με την Ελευθερία στο στούντιο, στο Σταυρό του Νότου για το ντουέτο [00:02:00] τους στο Sodad και τις κοινές τους εμφανίσεις στην Ιερά Οδό, τότε που την πήγαινε σε συνεντεύξεις και φωτογραφίσεις με το μπαρουτοκαπνισμένο του ασημί Peugeot 106.

Την αποκαλούσε θεία. Κάθε φορά του ζητούσε μπλουζάκια συγκροτημάτων. “Είναι για τα ανίψια μου”, του είχε πει. Το έκανε σε κάθε χώρα που πήγαινε. Ήταν τα λάφυρά της. Της είχε εκμυστηρευτεί ότι ονειρευόταν να ταξιδέψει κάποτε στο Πράσινο Ακρωτήρι. “Θα έρθεις να με βρεις;” του είπε. “Στο Μιντέλο.” “Εννοείται.” … Δεν πήγε ποτέ, αλλά κάθε φορά που ακούει κάποιο τραγούδι της φαντάζεται πιτσιρίκια που τρέχουν στις φτωχογειτονιές του Mindelo φορώντας μπλουζάκια Garbage, Madonna ή Metallica και η Cesária σε μια καρέκλα ξυπόλητη έξω από το σπίτι της μαζί με άλλες θείες να κουτσομπολεύουν τους περαστικούς.

Αυτή η εικόνα του έρχεται και τώρα στο μυαλό που ακούει το διαφημιστικό σποτ της συναυλίας.

Ας αφήσουμε όμως την Cesaria, στις ρούγες του παραδείσου και ας ξαναπιάσουμε το εφηβικό κουβάρι της ιστορίας μας.[00:03:00]

Μετακόμιση λοιπόν. Το μαρτύριο για άλλη μία φορά. Η κατάρα του από τη βρεφική ηλικία. Γέννηση. Πετάμε για Κρήτη. Επιστροφή στην πόλη μετά από τέσσερα χρόνια. Φεύγουμε για Βόλο μετά από τέσσερα ή πέντε. Επιστροφή στην πόλη μετά από τρία. Νέα γειτονιά μετά από δύο. Ούτε ο Messi τόσες μετακομίσεις. Τότε βέβαια δεν άλλαζαν έτσι εύκολα ομάδες οι ποδοσφαιριστές.

Την εποχή του Podycaster, όχι του Messi. Ένα νηπιαγωγείο, τρία δημοτικά, δύο γυμνάσια, ένα λύκειο και ένα ΑΕΙ. Είναι πολλά τα σχολεία. Μια ζωή ο καινούργιος στο θρανίο. Ένα αιώνιο φτου και από την αρχή. Μέσα σε όλον αυτόν το νομαδισμό όμως υπήρχε μια σταθερά, κάτι σαν το πι, αυτό που ισούται με 3,14.

Αν δεν θυμάστε, ανοίξτε κανένα βιβλίο. Μα τι λέω. Ρωτήστε το AI. [00:04:00] Ήταν το χωριό. Χωριό λοιπόν ίσον τρία κόμμα δεκαπέντε. Όχι, εντάξει. Ίσον καλοκαίρι, γιαγιά, παππούς. Το καλοκαίρι λοιπόν το μενού είχε αρχικά καταναγκαστικό ταξίδι με γονείς. Όλο αντίδραση αυτό το χάμστερ. Από μωρό. Μετά ευτυχώς ήρθε το ροκ, αλλιώς όλα θα είχαν γίνει μπάζα, ροκανίδια και ρινίσματα σιδήρου.

Εντάξει, λέμε και καμιά υπερβολή να περνάει η ώρα. Αλλιώς το λέγαν στο ανέκδοτο με το λιοντάρι, ε, και τον λαγό. Anyway. Μετά οι γονείς την έκαναν μόνοι τους και γινόταν το κλασικό παρκάρισμα στο χωριό. Γι’ αυτό και το χωριό θα έχει τη δική του περίοπτη θέση στην αφήγηση. Και όταν ερχόταν ο Σεπτέμβρης ο τρυγητής… από πού ήρθε αυτό; Nα εκτελεστεί ο σεναριογράφος.

Όταν λοιπόν ερχόταν ο Σεπτέμβριος back to school. Χωριό ξανά τα Χριστούγεννα και κάνα ξεκάρφωτο ηλιόλουστο Σουκού. Κάποια στιγμή στη ζωή του ο Κάστερ θα ονειρευόταν τη μόνιμη εγκατάστασή του. Τι πού; Στο χωριό. Τι λέμε τόση ώρα; Αλλά έχουμε δρόμο [00:05:00] ακόμη και καλντερίμια και σοκάκια πολλά. Αυτό το back to the roots ήταν ακόμη πολύ μακριά στο timeline του.

Τότε βέβαια ο όρος timeline δεν υπήρχε ακόμη. Ξεκινάει λοιπόν η νέα δεκαετία. Ποια; Μα η καλύτερη για να είσαι έφηβος σε αυτή τη μαγική χώρα. Η δεκαετία της βάτας, του Ντάλας και της Δυναστείας. Τότε που ο νέος ήταν ωραίος, αν και χλιαρός, όπως είχαν πει και η Φατιμέ. Τότε που ένα όμορφο μυρωδάτο βινύλιο έκανε τριακόσιες τριάντα μεταλλικές δραχμές, κάτι λιγότερο από ένα ευρώ.

Στην αρχή. Μετά θα ακρίβαινε, όπως όλα. Τότε που στο μπάσκετ έκαναν ακόμα ραβέρσες. Τότε που ακόμα παίρναμε το 141 για να ακούσουμε την ώρα. Τότε που κανείς δεν είχε πιο ωραία μαλλιά από τον ήρωά μας, εκτός από τον John Bon Jovi και τον διπλανό του στο θρανίο. Τον διπλανό του ήρωά μας, όχι του Bon Jovi.[00:06:00]

Τότε που θα ξεκινούσε και η κόντρα με τον πατέρα του. Ο όρος κόντρα χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα νομίζω στις σχέσεις πατέρα-γιου. Το beef είναι λίγο τραβηγμένο για ενδοοικογενειακές διαφορές. Beef είχαν ο Tupac με τον Biggie. Μην το χοντραίνουμε χωρίς λόγο. Είναι λοιπόν η δεκαετία του “είναι φάση το αγόρι”, έτσι για να μαθαίνουν και οι φασέοι τις ρίζες τους.

Μέχρι τότε τη λέξη φάση την ξέραμε μόνο από τις περιγραφές του πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί – Γιάννη Διακογιάννη –  στην “Αθλητική Κυριακή”. Η δεκαετία λοιπόν που ο λαός πρωτοείπε “είναι φάση το παιδί” και “γαμώ τις φάσεις”, “ωραία φάση”, πολύ πριν χρησιμοποιηθεί ο όρος φασέικο. Αυτό που επίσης δεν υπήρχε εκείνη την εποχή ήταν το φάσωμα.

Ως λέξη, όχι ως πράξη. Απλά το έλεγαν μπαλαμούτι. Μια λέξη τόσο εύηχη όσο και το μπιτσόμπαρο και το φραπρόγαλο. Προτιμώ το φάσωμα εκατό τα εκατό. Με ορεκτικό λοιπόν αυτή την ενδελεχή ανάλυση της λέξης [00:07:00] φάση, που πιστεύω θα αποτελέσει υλικό για κάποια διδακτορική εργασία επίδοξων Μπαμπινιώτηδων, πάμε για τη γερή μπουκιά.

Πάρτε μια βαθιά ανάσα για μια πρόχειρη λίστα με την απολαυστική slang της συγκεκριμένης εποχής. Την ψάχνω, τη βρίσκω, την κάνω, την πέφτω, τον πάω, το παίζω ιστορία, την έχω δει, κουφό, κυριλέδες, ροκάδες, καρεκλάδες. Τι λέει το άτομο; Δικέ μου.

Μισό λεπτό, μισό λεπτό γίνεται όλο και καλύτερο.

Σπάσε, μου τη σπάει, ο γέρος μου, έφαγα φλας, τσάια, τα ‘παιξα, κουφάθηκα.

Είσαι αφασία. Αράζω, την ακούω, σαλτάρω, μπανίζω, τρελαίνομαι.

Έχει κι άλλο.

Την πουλεύω, μανουριάζω, μας κούφανες, καράφλιασα, φλιπάρω, μου ανάβεις τα λαμπάκια, χτυπάω κόκκινο, έχω πρόβλημα, ουφάδικο, τη βγαίνω με κόκκινο και last but not least … τα παίρνω στο κρανίο.

Αυτή λοιπόν ήταν η φάση τότε. Πίσω στο θέμα μας και την [00:08:00] πολυαναμενόμενη μετακόμιση. Καινούργιο σπίτι καταρχάς. Δικό του δωμάτιο. Έχει επιτέλους την ησυχία του για να ακούει τις μουσικές του. Όλα είναι πολύ υποσχόμενα.

Καινούργιο σχολείο. Άντε πάλι τα ίδια. Νομάδες μου αλήτες πουλιά. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα ήταν λίγο πιο εύκολα. Με τον διπλανό του θα κολλούσαν αμέσως. Ίσως γιατί είχαν ένα μεγάλο κοινό. Εκτός από τα μαλλιά, είχε και αυτός το δικό του χωριό που θα πήγαινε τα καλοκαίρια. Θα έμπαινε λοιπόν αμέσως στην παρέα του. Εκτός από τις βόλτες, θα τους ακολουθούσε σε μία ακόμη δραστηριότητα που θα ήταν καθοριστική τα επόμενα χρόνια.

Το μπασκετάκι. Γράφτηκε αμέσως στην τοπική ομάδα και ξεκίνησε προπονήσεις. Ποσειδωνάρα ολέ! Ο Nick δεν είχε πολύ καιρό που είχε έρθει στη χώρα και τίποτα δεν προμήνυε τις εποχάρες που θα ερχόσαντε με τις ηρωικές περιγραφές για τίμιους γίγαντες και «βάλτο αγόρι μου». Η μαμά του Αντετοκούνμπο δεν είχε γνωρίσει ακόμα …τον μπαμπά του Αντετοκούνμπο.

[00:09:00] Είπαμε ήταν η εποχή που ακόμα έκαναν ραβέρσες και το μόνο σύστημα που ήξεραν ήταν το stuck. Έκαναν και τότε screen αλλά ο όρος pick and roll δεν είχε εφευρεθεί ακόμη. Αλλά ας μην μπαίνουμε τώρα σε τεχνικά θέματα και μας την πέσουν ο Σκουντής και ο Καρύδας ότι πάμε να τους φάμε τη δουλειά. Στο δωμάτιό του ακούει την αγαπημένη του εκπομπή με την ησυχία του.

Ποια εκπομπή? Αυτή που θα του άλλαζε τη ζωή. Πότε? Μη βιάζεστε, μη βιάζεστε. Είπαμε, έχουμε δρόμο ακόμη και λεωφόρους και ανήλιαγα σοκάκια και πολλά άλλα. Ηχογραφεί  σε κασέτες, ειδικά τα αφιερώματα σε περασμένες δεκαετίες και διηγώντας τες να κλαις και ανακαλύπτει συνεχώς. Τυροβροχή πληροφοριών. Έχουμε μπει στο σωστό δρόμο. Highway to hell ή Stairway to hell δεν άραγε?

Αγοράζει επίσης το ποπ και ροκ. Προσοχή παρακαλώ, ακολουθεί σημαντικό γεγονός για τα μουσικά δρώμενα στο γαλατικό χωριό. Κρατήστε σημειώσεις ή την αναπνοή σας. Όπως θα θυμάστε, η έκθεση παραλίγο να μας κοστίσει μια έξτρα χρονιά στα θρανία. Εδώ όμως το ξεκίνημα θα είναι ονειρικό.[00:10:00]

Κρέμα, γκολ από τα αποδυτήρια, τρίποντο από το σπίτι. Τότε βέβαια δεν υπήρχε ακόμα η γραμμή του τρίποντου στα ελληνικά παρκέ. Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε. Η φιλόλογος που παρεμπιπτόντως ήταν το πρώτο teacher crush του ήρωά μας, ναι παιδιά συνέβαινε από αρχαιοτάτων χρόνων, βάζει το εξής θέμα: Η Συναυλία.

Νέτο, σκέτο, ξεκάθαρο και κρυστάλλινο σαν το γάργαρο νερό στην πηγή ενός ορεινού χωριού. Διαλέξτε όποιο χωριό θέλετε. Ευκολάκι? Μόνο το ένα και ένα κάνουν δύο είναι πιο απλό. Μα ακόμη δεν έχουμε δει συναυλία, ούτε ζωγραφιστή. Λεπτομέρειες.

Δώστε βάση γιατί εδώ γράφεται ιστορία. Ο τόνος στη λήγουσα. Λίγο πριν τη νέα σχολική χρονιά, στο καινούργιο σχολείο, στη νέα γειτονιά, σε μια καλοκαιρινή παρέα κάτι μεγαλύτερα παιδιά, εεε χάμστερ, συζητούν για μια συναυλία που θα πήγαιναν τον Σεπτέμβριο. Θα ήταν η πρώτη σε ανοιχτό [00:11:00] γήπεδο ξένου καλλιτέχνη εδώ και αιώνες.

Η Φιλαδέλφεια και η θρυλική σκεπαστή της θα υποδεχόταν μετά βαΐων και κλάδων και πολλών δακρυγόνων τελικά τον ένα και μοναδικό Rory Gallagher Πολλά χρόνια αργότερα θα αποτελούσε γαστρονομική καινοτομία σε σουβλατζίδικα και πιτσαρίες. Η σκεπαστή, όχι ο Rory.

Ο ήρωάς μας παρακολουθεί τις εξελίξεις. Ο φημισμένος Ιρλανδός κιθαρίστας από το μακρινό Cork δίνει συνεντεύξεις στα ραδιόφωνα και εμφανίζεται ζωντανά στη μοναδική αξεπέραστη εκπομπή του Χρήστου Οικονόμου, Σάββατο Mία και Μισή στην κρατική τηλεόραση. Ποιες είναι οι βασικές μουσικές επιρροές σας; Το rhythm and blues, απαντά ο Gallagher.

Μπλουζ και ρυθμοί, μεταφράζει ο κύριος Χρήστος. Α-πι-θα-νός.[00:12:00]

Ίσως στο top three της φαβορίτας μαζί με Elvis και Κόκοτα. Για να μην πούμε για τη μουστάκα του. Το Shadowplay παίζει παντού. Η φωτογραφία του μελαγχολικού Ιρλανδού με το καρό πουκάμισο και την ταλαιπωρημένη Stratocaster θα μπει στο εξώφυλλο του Ποπ και Ροκ και στον τοίχο στο δωμάτιο του Caster. Παρόλο που ούτε ο Gallagher ούτε η σκεπαστή υπάρχουν πια, η συναυλία θα περάσει στη σφαίρα του θρύλου και κατέληξε μεγάλο απωθημένο για τον ήρωά μας.

Το πρώτο του FOMO, αν το προτιμάτε με σύγχρονους διαδικτυακούς νεολογισμούς και viral αρκτικόλεξα. Πέφτει λοιπόν το θεματάκι για τη συναυλία. Ναι, καλά το μαντέψατε. Ο Caster αρχίζει να σολάρει πάνω στο χαρτί σαν βιρτουόζος κιθαρίστας και να περιγράφει γλαφυρά τη συγκεκριμένη συναυλία, στην οποία δεν έχει πάει.

Μπορείς να μυρίσεις τον ιδρώτα, να ακούσεις τα παλαμάκια. Από φαντασία, να φαν’ κι οι γάτες που λέει και το Χαμστερολόι. Δεν τα πήγε και άσχημα, αφού το τελικό αποτέλεσμα διαβάστηκε στην τάξη. Μην [00:13:00] τρελαίνεστε όμως, άλλη μια φορά θα γίνει αυτό μέχρι να τελειώσει το λύκειο. Άτιμη έκθεση. Ρίχνοντας πάλι μια stargate ματιά στο μέλλον, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εδώ έχουμε το πρώτο δελτίο τύπου από τα αμέτρητα που θα έγραφε στην επαγγελματική του ταπεινή διαδρομή. Ένα τυράκι για μετά.

Άλλο ένα κρυφοκοίταγμα δύο δεκαετίες αργότερα στο mailbox του ήρωά μας. Το μήνυμα στο τέλος έχει την υπογραφή ενός άλλου Gallagher. Ήταν ο αδερφός του που διαχειριζόταν πια τα δικαιώματα της μουσικής του και έδινε το ok για την κυκλοφορία ενός best of. Ρε σεις, έλεγε σε όλους στο γραφείο, μου απάντησε ο αδερφός του Rory Gallagher.

Ντελίριο. Αν έχετε κάποιο αντίτυπο του Forever με το άσπρο τ-σέρτ, τώρα πια ξέρετε το παρασκήνιο. Βέβαια αυτό για την ιστορία μας είναι spoiler ποινικά κολάσιμο, αλλά θα σας κάνω να το ξεχάσετε γρήγορα. Το έκανα απλά για να καταλάβετε αυτά που λέγαμε στην εισαγωγή για τα ατέρμονα γαϊτανάκια στο χοροχρόνο.

Το Shadowplay είναι πια τόσο αναγνωρίσιμο [00:14:00] και πολυπαιγμένο, σε σημείο όχι άλλο κάρβουνο, όσο το Satisfaction και τα παιδιά του Πειραιά. Τον Gallagher έχουν αποθεώσει μερικοί από τους μεγαλύτερους παιχταράδες του κιθαριστικού σύμπαντος. Ο Caster κι εγώ θεωρούμε ότι τραγούδια σαν το A Million Miles Away δεν γράφονται πια.

Κλισεδάρα; Κλισεδάρα. Κομματάρα; Εκατό τα εκατό.

Άλλο ένα κοσμοϊστορικό γεγονός για το φινάλε, για το grand finale. Το περιγράφει ο ίδιος σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην ΠοντικAthens Voice. «Ο μπαμπάς παίρνει καινούργιο στερεοφωνικό για να ακούει τα γλυκανάλατά του που αποκαλεί μουσική. Χριστέ μου! Σε μια μεγαλειώδη πράξη γονικής γενναιοδωρίας μου δίνει το πικάπ του, ένα πανέμορφο Technics [00:15:00] και δύο ηχειάκια Sansui με ξύλινη επένδυση.

Κοσμογονία. Γεια σου ρε πατέρα κουβαρντά! Τα ηχεία τα είχε δει κάποτε ένας ηλεκτρονικός που μου έκανε τις συνδέσεις στο σπίτι και με είχε ρωτήσει αν τα πουλάω. Άσε ρε μάστορα, ψάχνεις για κορόιδα τώρα; Έκανα ότι δεν άκουγα. Τα έχω ακόμη μέχρι και σήμερα». Ο Caster λοιπόν είναι πια σεταρισμένος φουλ.

Ακούμε ραδιόφωνο; Ακούμε.Ηχογραφούμε κασέτες; Ηχογραφούμε. Διαβάζουμε ποπ και ροκ; Διαβάζουμε. Γράφουμε λίστες με συγκροτήματα και τραγουδάκια; Γράφουμε. Τέρμα. Έχουμε κανένα δισκάκι να ακουμπήσουμε πάνω του τη βελόνα του καινούριου μας πικάπ;

Δε σας άκουσα….Έναν ενισχυτάκο θέλουμε και φεύγουμε για τελικό. Πλησιάζει απειλητικά και αμείλικτα η στιγμή για το πρώτο βινύλιο. Αλλά όχι σήμερα

Ο [00:16:00] Κώστας Κόλλιας ένωσε τις τελίτσες εδώ στον Podycasterr FM και θα το ξανακάνει στο επόμενο επεισόδιο. Μείνετε συντονισμένοι! Ώπα, πάρτε και το bonus πονκαστερόγραφο εντελώς δωρεάν.

 Ένα πρόσφατο Insta story δείχνει τον τοίχο σε ένα μπαράκι στο Cork με αμέτρητα post-it από τους θαμώνες. Ο φακός ζουμάρει και τι βλέπεις; Post-it από Ελλαδάρα.

“Came here because of Rory Gallagher. Athens, Greece΄΄

Φιλάκια… Αυτά είναι δικά μου.