Podycaster Ep.2 – Με μπομίνες και Κασέτες

Written by

in

Φίλες και φίλοι γεια σας. Αυτό που θα ακούσετε δεν είναι podcast ούτε κροταλίας και είναι όλο δικό μου. Είμαι ο Κώστας Κόλλιας. Ναι, ναι και είμαι εδώ με μοναδική αποστολή, ευχή και κατάρα να σας αφηγηθώ τις φανταστικοζούμεροσπαρταριστές περιπέτειες του Podycaster στην προσπάθειά του να μάθει πόσες πόρτες έχει η ζωή, πόσο κάνει φτωχός πλην τίμιος, γιατί τα φλαμίνγκο είναι ροζ και τι έγινε στα αλήθεια στο γάμο του Κουτρούλη.

Με οδηγό την αγάπη του για τη μουσική, φτιάχνω ένα σουρεαλ κόμικ cast για μικρά και μεγάλα παιδιά. Θα ξεχάσετε τα προβλήματά σας γιατί απλά θα σας ζαλίσω με τα δικά του. Τι λέτε; Ξεκινάμε; Γιατί ακούω τα χείλη σας να τρέμουν από την αγωνία. Ώπα, μισό, μισό. Προσοχή. Στο επεισόδιο που θα ακολουθήσει υπάρχει τοποθέτηση προϊόντων μυθοπλασίας.[00:01:00]

Και επειδή γκρινιάξατε ότι το πρώτο ήταν μικρό, 12 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα, αυτό εδώ είναι μεγαλύτερο και χορταστικό. 12 και 47 δευτερόλεπτα. Είκοσι δευτερόλεπτα στο μπασκετικό χρόνο είναι μια αιωνιότητα. Τρως το τριποντάκι και πας σπίτι. Πάμε λοιπόν καπετάνιο με το δεύτερο επεισόδιο, το χορταστικό.

Ο ήρωάς μας, ένα χαμστεράκι στο γυμνάσιο, γιατί όπως ξέρουμε όλα τα χάμστερ πάνε γυμνάσιο, στα όνειρά του ήθελε να είναι ο γενναίος Carnation που ορμάει στις φλόγες να σώσει τη Λόλα. Αλλά κάποια παρανόηση είχε γίνει με το μαγικό τζίνι ή το σύμπαν που τελικά δεν ξέρεις αν συνωμοτεί ή συνουσιάζεται. Όταν είχαν πάει μετά την παρέλαση για καφέ, η σερβιτόρα τον ρώτησε “Εσύ τι θα πάρεις; Γάλα;’’  “Τη Λόλα θέλαμε ρε μεγάλε, όχι το γάλα”.

Σχολιάζει ο ίδιος. “Γιατί κυρία μου όλοι οι άλλοι φραπεδάκι;” Μόνο φραπέ τότε. “Κι εγώ [00:02:00] γάλα; Η αυτοπεποίθηση είχε χτυπήσει υπόνομο”… και σε περίπτωση που αγωνιούσατε δεν έγινε τίποτα με τη χαμστερίτσα του πρώτου επεισοδίου από το διπλανό τμήμα. Του την έφαγε ένας τσιριμπίμ τσιριμπόμ κάστορας στο ενενήντα.

Τι να κάνουμε; Έτσι είναι το game. Άλλωστε εδώ κάνουμε τέχνη. Δεν φλεξάρουμε κατακτήσεις, αλλά γλιστράμε με χάρη πάνω στις χυλόπιτες. Ο πόνος, φίλες μου, είναι το καύσιμο της τέχνης, όχι το ντιριντάχτα. Όπως έλεγαν και τα παλιά τρωκτικά, δεν έχουμε έρθει σε αυτόν τον τυροπλανήτη για να μοστράρουμε επιτυχίες, αλλά για να μάθουμε από τις ατυχείς αναμετρήσεις μας με τη φάκα. Βαθύ!

Γι’ αυτό κι εγώ θα σας φλομώσω στις χυλόπιτες και τις αποτυχίες για να εκτιμήσετε τις μικρές καθημερινές νίκες και να τις πανηγυρίσετε σαν χρυσά ολυμπιακά μετάλλια. Ολέ!

Μικρό το disaster για τον Podycaster. Είχαμε χάσει τη Μαρία, αλλά αν θυμάστε είχαμε βρει το ροκ [00:03:00] που ακόμα δεν ξέραμε τι ακριβώς είναι. Λες και έμαθε ποτέ κανείς. Ο μουσικοδιδάσκαλος, ο Ανδρέας, εκτός από τους Pink Floyd τους είχε πει κι άλλα ωραία, όπως για τον Μπετόβεν. Πώς έγραψε την Πέμπτη Συμφωνία νιώθοντας ένα γδούπο στην πόρτα και είχε περιγράψει πολύ γλαφυρά πως όταν τελείωσε ένα κονσέρτο τον γύρισαν για να δει αυτό που δεν μπορούσε να ακούσει. Την αποθέωση.

Πώς να μην ονειρεύεσαι να βρεθείς μπροστά σε μία τέτοια στιγμή; Τα έλεγε ωραία ο μπαγάσας, αλλά δεν έμεινε για πολύ καιρό στο σχολείο. Πλήρωσε το τίμημα του coolness, ειδικά σε μία εποχή που δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος όρος. Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, η δημοφιλία στους μαθητές είχε και τα όριά της. Έπρεπε να είσαι ένα ακόμη τούβλο στον τοίχο, όχι το σφυρί που θα τον γκρεμίσει Όταν ήταν μικρούλης ο Κάστερ είχε μια αγαπημένη φράση για τους μεγάλους που του χάλαγαν το παιχνίδι του. “Α, η παράτα μας.”

Όλοι το έβρισκαν τότε πολύ χαριτωμένο και δε [00:04:00] φαντάζονταν ότι εκεί μέσα κρυβόταν η σπίθα που θα γεννούσε την πυρκαγιά του Leave Us Kids Alone. Τώρα όμως ο Ανδρέας που είχε βάλει τη φωτιά είχε φύγει, είχε φύγει και έπρεπε μόνος του να βρει κι άλλα τυράκια που ήταν σίγουρος ότι υπήρχαν. Η αναζήτηση δεν ήταν τόσο εύκολη τότε και δεν ήταν σε καμία περίπτωση συνώνυμο του γκουγκλάρω.

Ο κόσμος δεν έγραφε με φτερό και μελάνι εδώ και αιώνες, αλλά οι εφημερίδες ήταν ακόμη μακρόστενες, σεντόνια και ασπρόμαυρες. Δεν είχε εφευρεθεί το ίντερνετ και δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη τα PC και τα smartphones. Η φιλτρόφουσκα και η συλλογική τυφλότητα των social ήταν ακόμη πολύ μακριά από την ανθρωπότητα.Ε, συγγνώμη, την τρωκτικότητα ήθελα να πω.

Πλησιάζουν όμως κοσμοϊστορικά γεγονότα και ο Κάστερ θα τα ζούσε από κοντά ή θα τα έβλεπε στην Τίβι, την κλασική, την ορθόδοξη, την ασπρόμαυρη.

Στην τηλεόραση υπάρχει το θρυλικό “Να η ευκαιρία”, [00:05:00] το talent show πριν από τα talent show με Ρένα Καπιτσαλά, Ροζίτα Σώκου, Σάσα Ντάριο, Λευτέρη Παπαδόπουλο. Τότε που η μαμά της Μπιγιονσέ δεν ήξερε ακόμη τον μπαμπά της Μπιγιονσέ, αλλά εκεί είχε μόνο φέτα και κασέρι. Εμείς ψάχναμε το τυρό ρόκ εν ρολ. Όπως καταλάβατε, ο Κάστερ συνέχιζε να σνομπάρει την ελληνική μουσική.

Βλέπετε, τότε δεν είχαν βγάλει ακόμα τραγουδάκια με μπουζούκι και όμορφη διπλοπενιά ούτε η Τash Sultana  ούτε οι Franz Ferdinand. Να τα λέμε κι αυτά. Με μια αλματάρα στο μέλλον αλά Τεντόγλου συναντάμε έναν κριτή coach από τα σύγχρονα talent show που κάποια στιγμή πριν γίνει κριτής θα γινόταν το αφεντικό του ήρωά μας.

Στο job interview μάλιστα ο Κάστερ είχε εμπνευστεί από μια συνέντευξη ενός διάσημου αθλητή όταν ήρθε η ώρα να μιλήσουν για τον μισθό. “Θέλεις τον Κάστερ στην εταιρεία σου;” του είχε πει. “Θα του δώσεις τα περισσότερα που μπορείς κι έτσι θα κλείσει η δουλειά.” Έτσι και έγινε. Τα διπλά και κάτι ψιλά [00:06:00] δηλαδή από την προηγούμενη δουλειά του.

Είχε θράσος ο φίλος μας. Ήταν η πρώτη του μεγάλη μεταγραφή. Αλλά έχουμε καιρό για μεταγραφές. Ακόμη δεν έχουμε κάτσει καλά καλά στον πάγκο.

Επιστροφή στο γυμνάσιο. Η καθημερινότητα έχει βόλτες με το ποδήλατο, ηλεκτρονικά, το θρυλικό Space Invaders και ένα ασπρόμαυρο αυτοκινητάκι. ‘Eνα ταληράκι για να παίξεις. Δραχμές.

Κάθε φορά που λέω δραχμές θέλω να πατάτε το pause και να κάνετε ενός λεπτού σιγή. Έπρεπε να κάνεις το λεγόμενο τάισμα για να γίνεις μέτρ. Η εποχή των adventure games και του Football Manager δεν είχε ανατείλει ακόμα. Το μέρος με τα ηλεκτρονικά τώρα έχει γίνει μίνι μάρκετ. Περνάει καμιά φορά από εκεί πηγαίνοντας στη δουλειά.

Κυριακή παρά Κυριακή είχε γήπεδο. Έδρα της θρυλικής Σάντα. Ήταν δίπλα στο σπίτι. Αγώνες μικρών κατηγοριών σε ξερό. Έβλεπες μπαλίτσα και έπαιρνες μεταπτυχιακό στο βρισίδι. Η εφευρετικότητα έφτανε σε άλλα επίπεδα. Ούτε τα ηλεκτρονικά δεν είχαν τόσες πίστες. Δεν θα ξαναπήγαινε τόσες φορές στο [00:07:00] γήπεδο σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του.

Την καθημερινότητα θα ερχόταν να διαταράξει ένα τραγικό γεγονός για την ιστορία της μουσικής και όχι μόνο.

Η δολοφονία του John Lennon.

Εφημερίδες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα. Ο κακός χαμός και η λέξη Beatles. Beatles. Beatles. Μα ποιοι ήταν αυτοί οι Beatles; Και η απάντηση είναι κρυμμένη μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Και την έχει ποιος; Ο πατέρας του, που τους έχει ζαλίσει με Κατσαρό και Πάριο. Άντε και μία διεθνή πινελιά από Τζο Ντασέν και Julio Iglesias.Τον μπαμπά του Enrique

Ο Κάστερ έχει ξεκαθαρίσει πάντως τα πράγματα σε πρόσφατη συνέντευξή του. «Δεν είχα κάτι προσωπικό με τον [00:08:00] Πάριο και το υπόλοιπο Βαρθακουρέικο. Άλλωστε τώρα ακούω Good Job Nicky με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Οι γνώστες του γηγενούς ρεπερτορίου υποστηρίζουν ακόμα και σήμερα ότι αν ο Κυριαζής τραγουδούσε σε άλλη γλώσσα, θα τον έτρωγε για πρωινό τον Χούλιο».

Το ακούω, αλλά πείτε μου αν υπάρχει στην ισπανική ή την αγγλοσαξονική κουλτούρα ένα σοβαρό ντάρι ντάρι. Και συνεχίζει. «Ο μπαμπάς λοιπόν είχε μια μπομπίνα γεμάτη με τραγούδια των Beatles. Γεια σου βρε πατέρα Άρχοντα. Πέστο και μας έχεις φιλομώσει στο ελαφρολαϊκό». Ξέρω, ξέρω φίλοι μου. Κολλήσατε με την μπομπίνα.

Πώς να περιγράψεις τώρα το τετρακάναλο μπομπινόφωνο στους millennials; Το δυσνόητο ακόμη και τότε για τον ήρωα μας ήταν τα τέσσερα κανάλια και ότι μπορούσες να τα εκμεταλλευτείς για να γράψεις μονοφωνικά δύο φορές σε κάθε πλευρά. What? [00:09:00] Πώς γίνεται αυτό και γιατί να το κάνεις; Τέσπα, μετά από αυτό το μίνι σεμινάριο ηχοληψίας, ας συνεχίσουμε γιατί θα χάσουμε το νεανικό κοινό.

Η πρώτη επαφή με τα σκαθάρια δεν ήταν η αναμενόμενη. Η συλλογή του μπαμπά ήταν οι μεγάλες τους επιτυχίες, αρκετά ποπ για τις προσδοκίες του. Ήθελε κάτι πιο άγριο απέναντι από τη «Μαρία με τα Κιτρινά» και όχι την Έλενορ Ρίγκμπι. Το πιο σκληρό τραγούδι ήταν το Money Can’t Buy Me Love. Ούτε που θυμάται πώς άκουγαν τα αυτιά του τον τίτλο.

Ήταν μια κλασική περίπτωση misheard lyrics. Ένας όρος που, όπως καλά καταλάβατε, δεν είχε εφευρεθεί ακόμα. Θα μας απασχολήσει αργότερα. Έγραψε όμως ένα ακόμη κεφάλαιο στη μουσική παιδεία του και θα το εκτιμούσε καλύτερα στο μέλλον, όταν θα καταλάβαινε τι σήμαιναν για τη μουσική αυτοί οι τύποι με τις αφέλειες στο μαλλί.

Όπως άλλωστε του είχε πει και ένας από τους παλιούς πολυξέρηδες της πιάτσας, “Όλα, καστεράκο μου, είναι ή Beatles, ή Stones.” Ώπα ρε μάστορα. [00:10:00] Εντάξει, μπορεί να ‘ναι κι έτσι. Άσε μας να το βρούμε μόνοι μας. Μη μας το χαλάς. Αυτός ο κόσμος είναι γεμάτος spoilers. Ένα ακόμη όμως game changer έχει μείνει για το σημερινό επεισόδιο.

Οι γονείς θα πήγαιναν ένα ταξιδάκι στην Ιταλία. Τότε τα ταξίδια στο εξωτερικό ήταν μεγάλο γεγονός για όλο τον κοινωνικό και οικογενειακό κύκλο. Όποιος πήγαινε ταξίδι είχε μαζί του και μια λίστα με ψώνια για φίλους και συγγενείς. Πράγματα πιο φτηνά ή ανύπαρκτα στην ελληνική αγορά. Υπήρχε η ΕΟΚ, αλλά δεν είχε επινοηθεί ακόμη η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο κόσμος ψώνιζε και τότε – είχαν εφευρεθεί τα λεφτά – αλλά πιο τοπικά και σίγουρα όχι ηλεκτρονικά. Το e-commerce δεν υπήρχε ούτε καν σε σενάριο στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Το δώρο λοιπόν του ήρωά μας από αυτό το ταξίδι ήταν ένα ταπεινό, μονοφωνικό, αλλά και μεγαλειώδες ταυτόχρονα [00:11:00] ραδιοκασετόφωνο.

Σαν κι αυτό που έφερε στην τάξη ο Ανδρέας. Φαντασμαγορία. Ήταν η πύλη για το τυροκ εν ρολ. Είμαστε χάμστερς σε περίπτωση που το ξεχάσατε. Το είχε πάντα στο δωμάτιό του και άρχισε να ακούει πειρατικούς σταθμούς και ηχογραφούσε το πρόγραμμά τους σε κασέτες. Η αναζήτηση ήταν πλέον λίγο πιο συστηματική. Ε όχι, δεν θα κάνουμε καμία ιδιαίτερη αναφορά για το combo μολύβι-κασέτα.

Είπαμε, έχει και το vintage τα όριά του. Ό,τι κι αν είχε ηχογραφήσει, έχει χαθεί στη λήθη. Όσο κι αν σκάλισε, όσο κι αν έσκαψε, τα εγκεφαλικά του κύτταρα αδυνατούσαν να συνεργαστούν για την επιτυχή ανάσυρση. Έψαχνε συνέχεια να βρει, μα τι ήταν το ροκ. Λες και έμαθε ποτέ κανείς. Με μερικούς άλλους συμμαθητές έγραφαν λίστες με τα ονόματα των συγκροτημάτων.

Ήταν κάτι σαν παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που δεν σταμάτησε ποτέ. Στο σχολείο συζητιόταν πάρα πολύ μια ραδιοφωνική εκπομπή που παρουσίαζε τα charts Αγγλίας και Αμερικής και έπαιζε [00:12:00] καινούργια τραγούδια. Ήταν όλα τόσο άγνωστα, τόσο καινούρια, τόσο εξωτικά.

Δεν ήξερε ακόμη ότι κάποτε αυτή η εκπομπή θα του άλλαζε τη ζωή.

Ένα σημαντικό γεγονός για τα μουσικά δρώμενα της χώρας θα βάλει νέες φυτιλιές στον ήρωά μας. Καθισμένος στη βεράντα, με το κασετοφωνάκι πάντα δίπλα του, ακούει ότι επιτέλους μετά από χρόνια ένα ροκ συγκρότημα έρχεται στη χώρα για να παίξει στο κλειστό του Σπόρτιγκ. Είχε ονειρευτεί την πρώτη συναυλία του μετά την περιγραφή του Αντρέα, του μουσικού διδάσκοντος, για το κονσέρτο του Μπετόβεν.

Την εποχή του Μπετόβεν δεν υπήρχαν συναυλίες, μόνο κονσέρτα. Στο εξωτερικό βέβαια ακόμα κονσέρτα τα λένε. Εμείς τα λέμε συναυλίες. Την είχε ονειρευτεί και όταν άκουσε τους Pink Floyd. Θα τους έβλεπε τελικά πολλά χρόνια αργότερα στο ΟΑΚΑ. Οι ίδιοι οι Pink Floyd θα μνημονεύσουν αυτή την εμφάνισή τους στο Insta με μία φωτό του εισιτηρίου.

Τρεισήμισι χιλιάδες δραχμές. Προσοχή…. ενός λεπτού σιγή. [00:13:00] Δέκα ευρώ δηλαδή και κάτι κέρματα. Απ’ ό,τι θυμάται, δεν πρέπει να ήταν sold out η συγκεκριμένη συναυλία. Όμως, ο Roger Waters πολλά χρόνια μετά, την εποχή των social, θα το ξεχείλιζε το ΟΑΚΑ. Έτσι αλλάζουν οι καιροί. Την ονειρευόταν και τώρα την πρώτη συναυλία του, αλλά ήταν ακόμα μικρούλης για τέτοιες εξορμήσεις.

Ήταν λοιπόν η εποχή που οι Police θα έκαναν δύο εμφανίσεις και μάλιστα στην ακμή τους με I can’t stand losing you, Roxanne και Message in a bottle. Μετά από τρία χρόνια θα διαλύονταν. Τον Sting πάντως θα τον έβλεπε live στα χρόνια που θα έρχονταν στη συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας στο Ολυμπιακό Στάδιο. Not bad. Πρόσφατα μάλιστα είδε και ένα post του Sting από τα κτήματά του στην Τοσκάνη με τη σύζυγο, με τελάρα και λινάτσες να μαζεύουν ελιές. Σκέφτηκε να του στείλει μήνυμα, να γράψει ένα τραγουδάκι για την περίσταση. Message in an olive.

Η πρώτη [00:14:00] συναυλία αργούσε ακόμη. Θα έπαιρνε μια γεύση ακούγοντας τις πρόβες που έκαναν στο διπλανό σπίτι ο γιος του κυρ Ηλία του περιπτερά και οι φίλοι του. Η μουσική θα τον έβρισκε πάντα, όπου κι αν ήταν. Χρόνια αργότερα και ενώ προσπαθούσε να γράψει τα κείμενα για το blog του, οι γείτονες θα έκαναν το ίδιο με τουμπερλέκια και σκυλάδικο ρεπερτόριο.

Πώς τα φέρνει έτσι η ζωή ρε αρεφάκι μου;

Η χρονιά έφτανε σιγά-σιγά στο τέλος της. Το γυμνάσιο σε λίγο θα αποτελούσε παρελθόν, αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να δώσει και εισαγωγικές για το λύκειο. Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά. Σ’ αυτά ήταν καλός. Σε αντίθεση με τον Μητροπάνο, καταλάβαινε τι έλεγαν οι αριθμοί. Μόνο αριθμοί.

Τα computers Ρόζα, αργούν ακόμα. Αλλά έπρεπε να δώσει και έκθεση. Το χειρότερό του. Το μόνο θέμα που έπαιρνε καλό βαθμό ήταν το ελεύθερο, όπου έγραφε ότι ο καλύτερος φίλος είναι το βιβλίο. Τι ψεύτης! [00:15:00] Με πι κεφαλαίο. Και το πλήρωσε γιατί στις εισαγωγικές ο πίνακας με τις βαθμολογίες είχε ένα μεγαλοπρεπέστατο οχτώ.

Το σώσαμε στο παρά τρίχα. Δοκάρι και μέσα. Καινούργιο σχολείο. Καινούργια γειτονιά. Καινούργιο σπίτι. Ερχόμαστε. Κάντε χώρο. Podycaster… not Santa Claus, is coming to town.

Σας το ‘πα; Ή δεν σας το ‘πα ότι θα είναι χορταστικό;

Ένα podcasterόγραφο για το τέλος. Aν περάσατε ωραία και θέλετε να συνεχίσετε να περνάτε ωραία με τον Podycaster, ρίξτε και ένα follow, ένα subscribe για να συντονίζεστε [00:16:00] αυτόματα.