Podycaster Ep.1 – Το Μουσικό Big Bang

Written by

in

Poycaster Episode 1

Φίλες και φίλοι γεια σας. Αυτό που θα ακούσετε δεν είναι podcast ούτε κροταλίας και είναι όλο δικό μου. Είμαι ο Κώστας Κόλιας. Ναι, ναι και είμαι εδώ με μοναδική αποστολή, ευχή και κατάρα να σας αφηγηθώ τις φανταστικομεροσπαρταριστές περιπέτειες του Podycaster σε αυτό το ανηφόρι που λένε ζωή. Με οδηγό την αγάπη του για τη μουσική σκιτσάρω ένα comic-cast για μεγάλα παιδιά.

Θα ξεχάσετε τα προβλήματά σας γιατί απλά θα σας ζαλίσω με τα δικά του. Επειδή λοιπόν θα μπείτε στον πειρασμό του fact checking, να τονίσουμε ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα είναι συμπτωματική. Μερικές φορές. Τι λέτε λοιπόν, ξεκινάμε; Γιατί ακούω τις τρίχες σας να μεγαλώνουν απ’ την αγωνία.

Πάμε μαέστρο με το πρώτο επεισόδιο.[00:01:00]

Ο ήρωάς μας είναι ένα κλασικό μικροκαμωμένο χαμστεράκι στο γυμνάσιο που διαβάζει τα μαθήματά του. Στα διαλείμματα παίζει μπασκετάκι και περιμένει με αγωνία να δει τη Μαρία. Μια βεργολυγερή. Βεργολυγερή; Μα ποιος γράφει τα κείμενα, ο Κολοκοτρώνης; Μια λιγερόκορμη. Καλύτερα έτσι. Μια λιγερόκορμη μελαχρινή χαμστερίτσα από το διπλανό τμήμα.

Στα όνειρά του ήταν ο ατρόμητος Carnation που ορμούσε στη φωτιά να σώσει τη Λόλα, αλλά στην πραγματικότητα έλιωνε όπως το τυρί πάνω στα νάτσος. Τότε βέβαια να πούμε ότι δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα αυτός ο διαβολικός τρόπος αλλαγής του ιώδους του τυριού. Η δουλειά γινόταν απλά με μια φέτα τοστ – βάλε δύο, βάλε δύο φετούλες – μέσα σε μια τοστιέρα.

Της χαμογελάει λοιπόν αμήχανα κάθε φορά που την αντικρίζει και ονειρεύεται τη μεγάλη μέρα που θα ξεμπερδέψει τη γλώσσα του και θα πάρει την απόφαση να της μιλήσει. [00:02:00] Αφού τελειώσει με τα διαβάσματά του, το απογεύμα έχει φροντιστήριο αγγλικών. Κάνει βόλτες με το ποδήλατο ή παίζει μπάλα στο ξερό της τοπικής ομάδας.

Ονειρεμένο δεξί μπακ, όργωνε όλη τη δεξιά πτέρυγα ακούραστα. Έκανε και μια προπονησούλα κάποτε με την τοπική ομάδα, αλλά δεν πολυψήθηκε. Στα ηλικιακά του χρόνια θα ιδρώσει τη φανέλα σε μικρότερα γήπεδα, αυτά του μπάσκετ. Ήταν ένα πολύ καλό δυάρι και θα μπορούσε να κάνει μεγάλη καριέρα, αλλά δεν ψήλωσε αρκετά.

Ίσως γιατί μικρός δεν έπινε όλο το χυμό τυριού, παρόλες τις πιέσεις και τα κυνηγητά της γιαγιάς του. «Πιες το να ψηλώσεις». Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Άλλωστε η μοίρα του επιφύλασσε διαφορετικά πράγματα. Μέχρι τότε η σχέση του με τη μουσική ήταν ψιλοακούσια έως και καταναγκαστική θα λέγαμε.

Καθισμένος με τον μικρό αδερφό του στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, ένα μπορντομουντοκόκκινο Renault, έπρεπε να υποστεί ό,τι ακουγόταν από το ραδιόφωνο της εποχής. [00:03:00] Ή ακόμα χειρότερα, τις επιλογές των γονιών του. Τι ταλαίπα, Θεέ μου! Κανείς δεν έλεγε ταλάιπα εκείνη την εποχή.

Γράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του.

“Δεν φτάνει, κυρία μου, που μας τραβολογούσαν από δω κι από κει. Έπρεπε να ακούμε όλη την ώρα και τη μουσική τους. Πόσο Κόκκοτα πια, πόσο Πάριο, πόσο Καλατζή να αντέξουμε; Τι να μας πουν τώρα αυτά; Θυμάμαι ένα ψήγμα ενδιαφέροντος να σπάει πότε πότε τη βαρεμάρα μου όταν άκουγα κάποια τραγούδια με υπόθεση και πρωταγωνιστές.

Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο σερέτης που τα παράτησε όλα για μια Κάρμεν για να γίνει ταυρομάχος στην Ισπανία. Ή αυτός ο περίεργος τύπος, ο Γιώργος της κυρα Γιώργαινας με τις βόλτες του και το αμάξι του και εντάξει του. Ή αυτό το κορίτσι που το ‘χαν πλανέψει ακρογιάλια και δειλινά και πλανιέται μόνο του στην έρημη γη.[00:04:00]

Η φαντασία μου έπαιρνε φωτιά. Έφτιαχνα στο μυαλό μου εικόνες, ταινίες μερικές φορές, παρόλο που μέχρι τότε δεν είχα δει ακόμη καμία ταινία. Μόνο τον Άγνωστο Πόλεμο, το Φως του Αυγερινού, αυτό που έβλεπε όλη η Ελλάδα όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός και άλλα τέτοια ασπρόμαυρα σήριαλ, όπως τα λέγαμε τότε την εποχή της ΕΡΤ και της YΕΝΕΔ΄΄

Να ανοίξουμε εδώ μια παρενθεσούλα, παρενθεσάρα θα τη λέγαμε, ένα βαθύ throwback για να πούμε ότι ο πρόδρομος του μπορντομουντοκόκκινου Renault-γεια σου Δέσποινα- ήταν ένα ηρωικό άσπρο Φιατάκι. Για να μαθαίνουν και οι genZάδες που μεγάλωσαν με τάμπλετ στο πίσω κάθισμα μιας τζιπάρας με διζωνικό κλιματισμό και park assist, το Φιατάκι ήταν ένα απλό παραλληλόγραμμο σε τέσσερις ρόδες, χωρίς πλαϊνό καθρέφτη και χωρίς ζώνη ασφαλείας.Τρέλλανέ μας.

Η οικογενειακή βόλτα δεν ήταν ένα [00:05:00] απλό walk in the park. Ήταν  ρώσικη ρουλέτα και χωρίς τάμπλετ και content έπρεπε να φας στη μάπα και το ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο που διάλεγε ο μπαμπάς και η μαμά. Όλα λοιπόν τελείωναν για τον Podycaster με το τέλος της βόλτας. Το μπαμ που θα άλλαζε τα πάντα δεν είχε γίνει ακόμα.

Μόλις έβγαινε από το αυτοκίνητο όλα τελείωναν. Η ελληνική μουσική δεν είχε και πάρα πολλά να του πει. Πολλά χρόνια αργότερα, στο υπόγειο ενός ραδιοφωνικού σταθμού, ουπς σπόιλερ, ένας φοβερός τύπος που είχε κάνει πολλές παραγωγές σε διάφορους καλλιτέχνες του είχε πει καθώς άκουγαν τον καινούριο δίσκο του Ξυδάκη «Άκου μικρέ χαμστεράκο πώς αναβλύζει η μουσική.Μόνο η ελληνική μουσική μπορεί να το κάνει αυτό». Οκ, είχε δίκιο, αλλά τώρα ποιος ενδιαφερόταν για μουσικά συντριβάνια και άλλα τέτοια αποστάγματα σοφίας και εμπειρίας; Είμαστε χαμστερόπουλα στα ντουζένια μας, κλωτσάμε μπάλες, τρέχουμε, οι χαμστερίτσες μας χαμογελάνε στα διαλείμματα, καθόμαστε στη γαλαρία και [00:06:00] φωνάζουμε “εκδρομή, εκδρομή”.

Το μόνο αναβλύζον που ξέρουμε είναι το νερό στον ψύκτη για να δροσιστούμε μετά από τις φιγούρες που κάνουμε όταν παίζουμε μονάκι στο προαύλιο ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη ώρα. Θέλουμε κάτι να μας χτυπάει, να μας ξεσηκώνει. Θέλουμε κάτι να μας κάνει κλικ. Να σημειώσουμε εδώ ότι η χρήση της λέξης κλικ με αυτόν τον τρόπο δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή της στην επικοινωνία των τρωκτικών.

Ούτε φυσικά και η χρήση υπολογιστών με το mouse. Πήξαμε στα τρωκτικά. Τότε, όταν λέγαμε mouse, εννοούσαμε mouse. Ξεκάθαρα, κρυστάλλινα. Η ώρα του κλικ πάντως πλησίαζε. Ανοίγουμε άλλη μια παρενθεσάρα για να δημιουργήσουμε και λίγο cliff hanging, που λένε και στο Hollywood και να κάνουμε άλλο ένα spoiler/teaser για το μέλλον.

Ο τύπος από το υπόγειο είχε και το θρυλικό δισκάδικο στο Κολωνάκι, [00:07:00] στο οποίο θα δούλευε για ένα φεγγάρι ο Κάστερ. Και μερικά χρόνια μετά, τα ανίψια αυτού του φοβερού τύπου θα έκαναν ένα συγκρότημα με το όνομα όχι ενός τυριού, αλλά ενός φαγητού και θα διασκεύαζαν και το ακρογιαλιές Δελινά που είπαμε πιο πάνω.

Μετά από αυτή την κλεφτή ματιά στο μέλλον, ας ξαναπιάσουμε το κουβάρι του παραμυθιού μας. Η καθημερινή ρουτίνα καλά κρατεί. Ο χάμστερ συνεχίζει να πηγαίνει στο τυρο-σχολείο του, όταν κάποια στιγμή παίρνει το αυτί του στο ραδιόφωνο του σπιτιού ένα τραγουδάκι που θα του κολλήσει για τα καλά. Ήταν το πρώτο κόλλημα, όπως το περιγράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του.

«Κάθε πρωί που έτρωγα το τυράκι μου και ετοιμαζόμουν για το σχολείο, ακουγόταν στο ραδιόφωνο της κουζίνας συνέχεια ένα τραγούδι, αλλά ποτέ δεν έλεγε κανείς τον τίτλο. Αυτά συνέβαιναν πολύ πριν την εποχή του Shazam. Ο κόσμος άκουγε και τότε ραδιόφωνο, αλλά έπρεπε να πει κάποιος τον αναθεματισμένο τίτλο. Πες το ρε μεγάλε να φύγουμε.[00:08:00]

Έβαλε άλλο τραγούδι και δεν είπε τίποτα. Θα φάω τα μουστάκια μου… που ακόμη δεν είχα. Ήταν το πρώτο από τα αμέτρητα κολλήματα παύλα αναζητήσεις που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια μέχρι η τεχνολογία να δώσει ένα γλυκόπικρο τέλος σε αυτή την αγωνιώδη αλλά πολύ επιβραβευτική στο τέλος διαδικασία»

Βέβαια, ο τεχνολητρωτισμός – φλεάρφ –  θα έφερνε μαζί του και άλλα end of story. Αλλά ας μη βαρύνουμε την ατμόσφαιρα και πέσουμε στην παγίδα των περασμένων μεγαλείων. Το τραγουδάκι που έκανε κλικ στον ήρωά μας ήταν το Driver’s Seat από τους Sniffin’ the Tears. Το γκρουπ ήταν ένα από τα πρώτα one hit wonders, πριν ακόμα εφευρεθεί ο όρος one hit wonder και το κομμάτι τους αυτό ακούγεται ακόμα και σήμερα από δω κι από εκεί.

Ήταν η πρώτη φορά που αυτός ο χαμστεράκος θα ανακάλυπτε μια επιτυχία που θα έμενε στο χρόνο. Δεν θα ήταν όμως και η τελευταία και μάλιστα πολλά χρόνια [00:09:00] μετά θα πληρωνόταν γι’ αυτό. Τότε βέβαια δεν το ήξερε. Απλά είχε βαρεθεί την πολύ φέτα και το πολύ κασέρι και είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι ίσως υπάρχουν και άλλα τυριά.

Όχι άλλο πίσω κάθισμα. Είχε έρθει η ώρα για τη θέση του οδηγού. The driver’s seat.

Το Big Bang ήταν κοντά. Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες στην τάξη, με εξαίρεση μόνο την τρίτη ώρα της μουσικής. Κι αυτό γιατί θα ξεκινούσε ένας καινούργιος καθηγητής. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Καμία πληροφορία. Αναμονή. Ήταν λίγο πριν κάνει την είσοδό του στην αίθουσα ο Αντρέας. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε.

Ο Caster δε θυμόταν πώς ήταν οι προηγούμενοι καθηγητές μουσικής, ούτε τι περιελάμβανε το μάθημα, εκτός από τη θεωρία του ντο ρε μι και κάτι μουντζούρες σε ένα παράξενο τετράδιο διαφορετικό από τα άλλα, που είχε [00:10:00] πεντάγραμμα στις σελίδες του και landscape layout. Δεκαετίες πριν χρησιμοποιηθεί ο όρος landscape.

Δεν μπορούσε να φανταστεί τότε τι ρόλο θα έπαιζε η μουσική στη ζωή του. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι τους είχε ετοιμάσει αυτός ο νεαρός και κουλ εμφανισιακά ποντικαράς. Ούτε ο όρος κουλ είχε εφευρεθεί τότε, αλλά who cares? Ακουμπάει λοιπόν ένα κασετόφωνο στο πρώτο θρανίο και χωρίς ακόμη να έχει συστηθεί, πατάει το play.

Ο χώρος γεμίζει με ήχους από έλικες ελικοπτέρου, φωνές, ουρλιαχτά. Αρχίζουν τα όργανα και ακούγεται ο πρώτος στίχος.

We don’t need no education. What the– τι γίνεται ρε παιδιά; Εεε συγγνώμη, χαμστερόπουλα ήθελα να πω. Εντάξει, ξεχάστηκα, μην τρελαίνεστε. Ο teacher παίζει τραγούδι που λέει “Teacher leave us kids alone”, είσαι ένα ακόμη [00:11:00] τούβλο στον τοίχο. Ρε δάσκαλε, πλάκα με κάνεις; Ήταν η πρώτη φορά που ο Κάστερ άκουσε το Another Brick in the Wall και μια συνολική παρουσίαση ενός concept άλμπουμ από τον κουλ καθηγητή.

Τελικά, όντως υπήρχαν κι άλλα τυριά και θα έψαχνε να τα βρει.

Φτάσαμε στο σημείο καμπής επιτέλους. Εκείνο το μεσημέρι, μετά το σχολείο, στο σπίτι γύρισε ένα άλλο παιδί. Συγγνώμη, χάμστερ ήθελα να πω.

To be continued.

Αυτά για σήμερα. Θα τα πούμε στο επόμενο επεισόδιο με τις φανταστικοζουμεροσπαρταριστές περιπέτειες του Ποντικάστερ. Σας αφήνω λοιπόν να κρέμεστε στην άκρη του γκρεμού. Κρατηθείτε γερά, αλλά μην δαγκώσετε τα νύχια σας από την αγωνία γιατί θα πέσετε …προφανώς. [00:12:00]

Και ένα υστερόγραφο για το τέλος, το γνωστό ποντκαστερόγραφο.

Τα κείμενα έχουν γραφτεί αρκετό καιρό πριν από το περιβόητο ποστ που συνδέει τους Pink Floyd με τον αναλφαβητισμό των νέων. Για να δούμε λοιπόν, θα μείνει στουρνάρι ο ήρωας μας;