
Ep.9 – The Thrill Has Never Gone (Όλα τα blues τυριά στην πίστα)
Φίλες και φίλοι, γεια σας. Μόλις συντονιστήκατε στο παλκοσένικο του Podcaster FM. Είμαι ο Κώστας Κολιάς και είμαι εδώ για να σας αφηγηθώ τις φανταστικoζουμερoσπαρταριστές περιπέτειες του Podycaster, στην προσπάθειά του να μεγαλουργήσει και όχι να χαθεί στην κόψη μιας αστραπής, να γευτεί όλα τα τυριά στην πίστα, κασέρι και καμαμπέρ, σαγανάκι και φοντί. Μπλεντάρω εποχές,, μιξάρω μουσικές και δεν αφήνω την αλήθεια να χαλάσει μια ωραία ιστορία. Σκιτσάρω ένα κόμικ για μεγάλα παιδιά, για music lovers και όχι μόνο. Το μοναδικό podcast που έχει encore, το πατενταρισμένο και κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το podcasterόγραφο. Ξεκινάμε πατημένοι γιατί έχουμε πολύ πράγμα. Θα παίξει σοβαρό name dropping, γι’ αυτό σας θέλω alert και laser focused.
Πάμε λοιπόν για το επεισόδιο 9. Οδηγέ, σανίδωσέ το. Όπα λίγο, μισό μισό μισό. Σήμερα ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερα podcasterόγραφα. Γι’ αυτό μη βιαστείτε να πατήσετε το escape. Καλή σας ακρόαση.
Ο Podcaster οδηγεί το σαραβαλάκι του και σκέφτεται τα 1.000 ευρώ που πρέπει να βρει για το σέρβις. Αυτό δεν είναι σέρβις, αλλά total makeover.
Στο ραδιόφωνο ακούει “Το καλοκαίρι θα έρθει ο Robert Plant για συναυλίες”. Πότε ήταν η πρώτη φορά που άκουσε Led Zeppelin; Το μυαλό του, σε αντίθεση με το αυτοκίνητο, σκάβει και πάει τάπα. Μεταφέρεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε μία εποχή που η μόνη του έννοια ήταν να μαζέψει 330 δραχμές – ενός λεπτού σιγή – για να πάρει ένα βινύλιο. Με πρόχειρα μαθηματικά η αναλογία άγχους των δύο εποχών είναι 1 προς 1.000.
Μιλάμε για μία εποχή που έπαιζε το τρανζίστορ, τα αμερικάνικα και αυτός τριγυρνούσε με τα μπλουζάκια, τα κοντομάνικα. Δεν είχε ανθίσει ακόμη η βαριά βιομηχανία χασίματος χρόνου που λέγεται scrolling και ο μάστορας στην οικοδομή σάλιωνε μολύβι και έγραφε τα πάντα στο πίσω μέρος της κασετίνας με τα Sante άφιλτρα. Μία εποχή που πάει ακόμα σχολείο, όταν δεν ακούει μουσική.
Οι Quiet Riot με το Cum on Feel the Noize γίνονται το πρώτο metal group που πάει στο νούμερο ένα. Δεν ξανασχοληθήκαμε ποτέ μαζί τους. Το αντίθετο θα γίνει με ένα γκρουπάκι που τότε ξεκινούσε με το πρώτο του άλμπουμ και συνεχίζει ακόμα ακάθεκτο. Ήταν οι Metallica με το Kill ‘Em All. Σκληρό. Έχουμε επιτυχίες όμως και στην απέναντι μεριά του ωκεανού. Ο Bowie πάει χορεύοντας στο νούμερο ένα με το Let’s Dance. Ο Billy Idol, με ένα στραβωμένο duckface, τραγουδάει το «Rebel Yell». Οι Clash αναρωτιούνται Should I Stay or Should I Go και οι Eurythmics μας λένε από τι είναι φτιαγμένα τα όνειρα με το Sweet Dreams Are Made of This και ποιοι είμαστε εμείς για να διαφωνήσουμε;. Ένα κορίτσι από τη Γερμανία κάνει επιτυχία με 99 μπλε μπαλόνια, μετρημένα. Η Nena που το τραγουδάει ακόμα και σήμερα απ’ ό, τι είδα στο Instagram. Μια σπάνια περίπτωση επιτυχίας στα γερμανικά. Θυμάμαι παλιότερα το Am Fenster από τους City και βιολί τους. Είχαν κάνει κι αυτοί το χαμό τους.
Ο ήρωάς μας είναι ένα χάμστερ που πάει λύκειο. Γιατί, όπως είναι γνωστό, όλα τα χάμστερ μετά το γυμνάσιο… πάνε λύκειο. Έχει σκάσει καινούργιος μαθητής στην τάξη, ο Μητρόπουλος. Ήταν συνεσταλμένος, δεν μιλούσε πάρα πολύ και είχε ένα πρόβλημα προσαρμογής. Ο Κάστερ τον καταλάβαινε, όμως, γιατί κι αυτός ήταν μια ζωή ο καινούργιος στην τάξη. Μετά από ένα νηπιαγωγείο, τρία δημοτικά, δύο γυμνάσια και ένα λύκειο, μπορούσε να δείξει κατανόηση για το χλωμό, αλλοπαρμένο χάμστερ στη γωνία. Σιγά-σιγά όμως όλη η παρέα θα τον αποδεχτεί και μετά θα ακολουθήσει ολόκληρη η τάξη, που θα αγκαλιάσει την ιδιαίτερη συμπεριφορά του. Inclusivity, check. Η τσάντα του Κάστερ, με τα στιχάκια και τα ονόματα συγκροτημάτων, θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του νεοφερμένου και θα αρχίσουν οι συζητήσεις για μουσική.
Μέσα σε αυτή την ανταλλαγή πληροφοριών θα έρθει και ανταλλαγή κασετών. Ένα πρώιμο είδος file sharing, αιώνες πριν τον Napster και τα torrents του Pirate Bay. Ο Μητρόπουλος θα του γράψει κασέτες με όλα τα album των Led Zeppelin και των Doors. Έπαθε τέτοιο overdose και με τα δύο συγκροτήματα και γι’ αυτό μετά το λύκειο δεν θα πατούσε ποτέ το play να ακούσει κάτι δικό τους. Εκτός, ίσως, από το «Spanish Caravan» όπου ο Jim Morrison κρύβεται σαν χαμελέοντας μέσα σε Ανδαλουσιανούς δρόμους φλαμένγκο και το Since I’ve Been Loving You όπου ο Robert Plant ίπταται πάνω από τις βαμβακοφυτείες και αποδομεί το blues με τη φωνή του να τσακίζει τα πάντα στο πέρασμά της, από την παράνοια του έρωτα. Έπρεπε να τα χρεώνω αυτά κανονικά! Είστε τυχεροί που τα απολαμβάνετε τζάμπα.
Εξοβελίζω το δισκοκριτικό που ξύπνησε μέσα μου και επιστρέφω στο λύκειο.
Ο Μητρόπουλος φεύγει στη μέση της χρονιάς, γιατί θα μετακόμιζαν οικογενειακώς. Στον ήρωά μας έμειναν οι κασέτες του.. Οι μουσικές αναζητήσεις, φυσικά, δεν θα σταματούσαν.
Ένα απόγευμα, στο μουσικόραμα, θα του κερδίσει το ενδιαφέρον ένα καινούργιο βίντεο κλιπ. Ο κιθαρίστας με το πλατύγυρο καπέλο και το ροζ φουλάρι παίζει τα blues με το δικό του μοναδικό τρόπο, κάτω από μία κατακλυσμιαία νεροποντή. Ήταν ο μεγάλος Stevie Ray Vaughan στο «Couldn’t Stand the Weather». Μετά τα τσαλίμια του Robert Plant ήρθαν οι διπλοπενιές του Stevie Ray Vaughan και ο Κάστερ θα μυηθεί σιγά-σιγά στον κόσμο των blues. Ήταν η εποχή που μερικοί βιρτουόζοι της κιθάρας αναβίωσαν το συγκεκριμένο είδος με ηλεκτρικό ήχο. Όπως αργότερα οι ελληνικές κομπανίες θα αναβίωναν το ρεμπέτικο.
Στο σχετικά σύντομο πέρασμά του από τη ζωή, ο Τεξανός κιθαρίστας θα γίνει ένας από τους πιο επιδραστικούς εκφραστές του blues rock.Στα blues, βέβαια, ο βασιλιάς ήταν ένας. Όνομα και πράγμα. Όνομα και πράγμα.
Ladies and gentlemen, Mr. B. B. King.
Ανοίγω μια παρένθεση τώρα και εκτοξεύομαι στο μέλλον, όπου ο Κάστερ κάνει τα δικά του μαγικά για να βγάλει το τυράκι του. Τότε, λοιπόν, κυκλοφορεί το album «Deuces Wild» όπου ο B. B. King κάνει ντουέτα με διάσημους καλλιτέχνες διασκευάζοντας δικά του κλασικά κομμάτια. Το line up σπέρνει και δέρνει:. Rolling Stones, Van Morrison, Eric Clapton, έχει κι άλλο. Dr. John, Mick Hucknall, Joe Cocker, δώσε λίγο , Zucchero, David Gilmour, Willie Nelson, κάτσε καλά ε, D’Angelo, Heavy D και την Tracy Chapman στο κλασικότερο των κλασικών The Thrill Is Gone.
Στο εταιρικό meeting ο Κάστερ τρώει τη φλασιά του για την προώθηση του άλμπουμ.
«Το βρήκα. Θα κάνουμε διαγωνισμό μπλουζ κιθάρας με έπαθλο μία Gibson Les Paul υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον B. B. King». Τι, πώς, πού; Το υπόλοιπο team δεν κατάλαβε από πού του ήρθε. Ο Κάστερ τους λέει τα βασικά για το φιλόδοξο σχέδιό του που τελικά γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό. Στην άλλη μεριά του Ατλαντικού ο B. B. King συμφωνεί να στείλει το όργανο υπογεγραμμένο. Γεια σου ρε Κάστερ σατανά. Πάλι τους έκανες όλους άνω κάτω. []Γίνεται, λοιπόν, η αναγγελία του διαγωνισμού στα media, τα αναλογικά, τα κλασικά, τα ορθόδοξα: Τύπος, ραδιόφωνο και μουσικές τηλεοπτικές εκπομπές. Συμμετοχές από όλη την Ελλάδα.
Φάση πρώτη, προκριματικά. Η διαδικασία έγινε σε ένα στούντιο κάπου στον Παπάγο ή στον Χολαργό, δεν έχει σημασία. Τέλος πάντων, κάτω από τον Υμηττό. Εκεί που υπάρχει ένα μυστικό. [] Τρία λεπτά σόλο κιθάρα για τον καθένα. Κριτική επιτροπή ο στούντιαρχης και ο Καστερ, που με τις πλάτες και τη φανέλα της πολυεθνικής είχε και το μαχαίρι και το καρπούζι. Δεν ήταν, βέβαια, μουσικός, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Η δεκάδα του τελικού ήταν έτοιμη μετά από λίγες ώρες.
Πάμε τώρα στο φιλέτο. [] Φάση δεύτερη, η διοργάνωση του τελικού. Εκείνη την εποχή τρένταρε το Blues Hall στο Mετς, πάνω από τον Κούκο, το θρυλικό μπαρ απέναντι από το κολυμβητήριο. Είχαμε περάσει μεγάλες στιγμές. Ερχόσαντε διάφοροι καλλιτέχνες, jazz, blues, και συμφωνήθηκε να φιλοξενηθεί εκεί ο διαγωνισμός. Η μπάντα που θα τους συνόδευε ήταν οι Blues Wire. Στην κριτική επιτροπή ήταν ο Ζορζ Πιλαλί, κατευθείαν από τα βορειοδυτικά της Οκλαχόμα, ο thirty dirty Θεοδωρής Μανίκας και ένας Αμερικανός μπλουζίστας που θα έπαιζε εκεί την επόμενη μέρα.
Οπότε ο Κάστερ μου έκανε την τιμή να παρουσιάσω το event. Ολέ. Καλησπέρα και καλή βραδιά. Ευτυχώς δεν έπρεπε να τραγουδήσω, γιατί αλλιώς θα μέναμε μόνο οι δυο μας και θα γυρίζαμε το «Just the Two of Us». Χειροκροτήστε άφοβα.
Για να βγουν τα έξοδα του μαγαζιού έπρεπε να μπει και εισιτήριο. Να πληρώσεις, δηλαδή, για να ακούσεις άγνωστους πλην τίμιους καλλιτέχνες να διασκευάζουν B. B. King. Τολμηρό; Του κερατά. Κατάσταση «Τη βρίσκω με αυτό το ρίσκο».
Φάση τρία. Ο μεγάλος τελικός. Κι όμως, ο λαός ήρθε και πλήρωσε και άκουσε και ένα τραγούδι. Κυριολεκτικά όμως. Οι συμμετέχοντες θα έπαιζαν, λοιπόν, δύο κομμάτια: ένα της επιλογής τους και ένα κοινό για όλους, για να υπάρχει δικαιοσύνη. Εδώ είχαμε μία μικρή ρωγμή στο μεγαλεπήβολο σχέδιο του ήρωά μας: το κοινό τραγούδι. Μετά την τρίτη φορά που ακούστηκε το «The Thrill Is Gone», το σκηνικό θύμιζε ταινίες όπως «Η μέρα της μαρμότας» και το «Run Lola Run». Κανείς δεν είχε υπολογίσει πώς είναι να ακούς το ίδιο τραγούδι 10 φορές σε μία βραδιά. Παρ’ όλα αυτά δεν είχαμε disaster για τον Podycaster.
Με γενική ομοφωνία κέρδισε ένας παιχταράς από SKG, τότε την έλεγαν απλά Θεσσαλονίκη. Έγινε η απονομή της υπογεγραμμένης Lucille, έπεσαν αναμνηστικές φωτό, όπως στα γαμήλια τραπέζια και τα μπουζούκια, και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Τις επόμενες μέρες έσκασε και ολοσέλιδο άρθρο στα Νέα, από τη Μαρία Μαρκουλή, για τη νέα γενιά του blues στη χώρα. Φάτε τη σκόνη μας!
Πίσω στο λύκειο.
Ακούμε μουσικές, αλλά βλέπουμε και ταινίες. Χορέψτε, χορέψτε με Flashdance και Όσκαρ τραγουδιού από την Irene Cara – What a Feeling, διαπλανητικό νούμερο ένα. Χορέψτε κι άλλο Stayin’ Alive με τον Τραβόλτα να συνεχίζει να στροβιλίζεται κάτω από disco μπάλες. Ο εξωγήινος της καρδιάς μας λέγεται E. T. Blade Runner, το απόλυτο sci-fi. «Scarfaceμε Αλ Πατσίνο και Μισέλ Φάιφερ, λατέρνα, κόκα και φιλότιμο. Και φυσικά τα κατά Κόπολα ευαγγέλια των εφήβων: «Rumble Fish» και «The Outsiders με τους πιασάρικους τίτλους «Αταίριαστος» και «Επαναστάτες χωρίς αύριο» και all star cast ολόκληρο το Γ3 του Χόλιγουντ. Ματ Ντίλον, Ρομπ Λόου, Τομ Κρουζ, Ραλφ Μάτσιο, Πάτρικ Σουέιζι, Εμίλιο Εστέβες, Νίκολας Κέιτζ, Μίκι Ρουρκ και φυσικά Νταϊάν Λέιν, ένα από τα ομορφότερα δείγματα γήινης ύπαρξης στον πλανήτη μας. [] []
Στην τηλεόραση, κάθε Τετάρτη υπήρχε η κινηματογραφική λέσχη. Τις ταινίες προλόγιζε με τη μειλίχια φωνή του ο εμβληματικός Γιάννης Μπακογιαννόπουλος. Ο κύριος Γιάννης, στα 91 του χρόνια πια, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΕΚΠΑ και συνεχίζει να βλέπει τουλάχιστον μία ταινία την ημέρα. Ο ήρωάς μας θα δει κλασικές ταινίες του παρελθόντος: «Five Easy Pieces», «The Last Picture Show», «Η Λάμψη» και άλλες μεγάλες δημιουργίες της μεγάλης οθόνης.
Φυσικά, ο πατέρας του ήταν πάντα εκεί για να του τη σπάει με τα σχόλιά του. «Είναι ψέματα, δεν είναι αληθινό τρένο είναι παιδικό παιχνίδι, είναι ένα μικρό βαρκάκι σε μία πισίνα.» Έλεος, ρε πατέρα. Πήγαινε να ακούσεις Πολ Μοριά ή Ραφαέλα Καρά ή Γιώργο Κατσαρό. Άσε μας να ευχαριστηθούμε την ταινία. Τη συγγνώμη μας στον κύριο Κατσαρό, αφού τότε ο Κάστερ τα μόνα πνευστά που εκτιμούσε ήταν η φυσαρμόνικα του Ντίλαν και το φλάουτο των Jethro Tull στο «Locomotive Breath».
Η αλήθεια είναι, πάντως, πως και αυτός στο μέλλον θα γινόταν πολύ αυστηρός με τα λάθη των σκηνοθετών και τα πρόχειρα CGI και VFX. Δεν μπορείς να γλιτώσεις απ’ τα γονίδια με τίποτα. Με τη μητέρα του δεν είχε τέτοια προβλήματα, εκτός και αν η ταινία ήταν βασισμένη σε βιβλίο που είχε ήδη διαβάσει. Το spoiler πήγαινε σερπαντίνα. Αυτός πεθαίνει… στο βιβλίο δεν ήταν έτσι… Να σημειώσουμε εδώ ότι ο όρος spoiler δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του.
Το έχω πάθει κι εγώ αυτό παλιότερα σε ένα θερινό Κηφισίας και Αλεξάνδρας, κλασικό σινεμά εδώ γειτονιά. αυτό παλιότερα, σε ένα θερινό, Κηφισίας και Αλεξάνδρας, κλασική σινεμαδογειτονιά. Ήταν, που λέτε, μία τύπισα μπροστά που δεν είχε βάλει γλώσσα μέσα της. Ήταν τόσο πολλά τα spoiler που έχω ξεχάσει ποια ταινία είχα δει. Αλήθεια, πώς θα το λέγαμε το spoiler στα ελληνικά; Χαλάστρα ίσως. Ψιλογκομενικό μου ακούγεται. Τέλος πάντων, πίσω στο θέμα μας.
Τον επίλογο θα τον γράψει ο Μπακό με ένα μικρό απόσπασμα από τον λόγο του στην τελετή αναγόρευσης σε επίτιμο διδάκτορα. «Μία κριτική στην κριτική που πνίγεται στη λεπτομέρεια, στη βερμπαλιστική ηδονή της ανάλυσης, στον βομβαρδισμό με ένα κρυπτικό λεξιλόγιο, με πλήθος νεόκοπες λέξεις, με κέντρο μόνο την αυταπόδειξη. Η υπεροψία της υποθετικά επιστημονικής κριτικής ξεχνάει το ζωντανό σώμα της ταινίας και η ανάλυση χωρίς χαρά και φαντασία γίνεται νεκροψία».
Τα σέβη μας, κύριε Γιάννη, για την υπεροψία που γίνεται νεκροψία. Τέτοιο φτυάρι ούτε εγώ ούτε ο Podυycaster.
Και το κερασάκι μου σε όλα αυτά είναι: Γιατί οι κριτικοί κινηματογράφου βάζουν τετράγωνο και όχι τρίγωνο; Μήπως είναι μία προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου Ο Ε Ο. Η έξοδος στο βάθος δεξιά.
Αυτά για σήμερα. Ο Κώστας Κόλιας τα είπε και τα ελάλησε και τα έδεισε με στίχους και μουσική. τα είπε και τα ελάλησε και τα έντυσε με στίχους και μουσική. Ελπίζω να περάσατε πένα. Μιλ μερσί για την ακρόαση και μην ξεχάσετε να κάνετε like και subscribe.
Θα με ξανακούσετε στο επόμενο, το 10 το καλό! Εκτός κι αν ήταν η πρώτη σας φορά, οπότε καλό είναι να ακούσετε και τα προηγούμενα, για να έχετε όλες τις χάντρες στο φανταστικοζουμεροσπαρταριστό κομπολόι της ιστορίας.
Μη χάνεστε τώρα που μάθατε τον δρόμο. Για χαρά και ότι είπαμε, ναι;
Podcasterόγραφο 1.
Το Γ3 έχει μόλις επιστρέψει στο σχολείο από ένα ημερήσιο περίπατο σε κάποιο γειτονικό πάρκο. Είναι όλοι ανυποψίαστοι για το τι τους περιμένει στην αίθουσα. Ο δολοφόνος είχε γυρίσει για μία τελευταία φορά στον τόπο του εγκλήματος.
Ανοίγουν την πόρτα και βλέπουν με κεφαλαία γράμματα στον πίνακα: «KΩΛΟΠΑΙΔΑ, ΗΡΘΕ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΝΑ ΣΑΣ ΔΕΙ ΚΑΙ ΕΙΧΑΤΕ ΠΑΕΙ ΕΚΔΡΟΜΗ». Δεν ξανάκουσαν ποτέ κάτι για τον παλιό τους συμμαθητή.
Podcasterόγραφο 2.
Την επόμενη του event στο στο Blues Hall, χτυπάει το τηλέφωνο στο γραφείο του Podycaster. Ήταν ο πατέρας ενός διαγωνιζόμενου. «Ξέρω ότι αυτό που κάνατε χθες ήταν στα πλαίσια του marketing και την προώθηση ενός δίσκου, αλλά θέλω να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που δώσατε στο παιδί μου για μία εμπειρία που ίσως δεν ξαναβιώσει ποτέ, αφού θα ασχοληθεί με την ιατρική.»
Ο Caster, αναπολώντας αυτή τη συνομιλία, σκέφτεται ότι εκεί έξω υπάρχει ένας γιατρός, fan του B. B. King που κάποτε, κάπου, για μία τόσο δα μικρή στιγμή, ανέβηκε στο πάλκο και έπαιξε τα blues.
Total mic drop. Με γδούπο!!!. [] []