Podycaster Ep.6

Μουσικόραμα, ανισόπεδες disco & Xmas spirit

Φίλες και φίλοι, γεια σας. Μόλις συντονιστήκατε στον Podcaster FM. Είμαι ο Κώστας Κόλιας και είμαι εδώ για να σας αφηγηθώ τις περιπέτειες του Podycaster. Δεν είναι βόας ούτε κροταλίας, αλλά hamster· θα ξεχάσετε τα προβλήματά σας γιατί απλά θα σας ζαλίσω με τα δικά του. Μιξάρω εποχές, μπλεντάρω μουσικές και καρικεύω με φανταστικοζουμερές περιπέτειες για να δημιουργήσω ένα φανταστικοζουμεροσπαρταριστό σύμπαν σε μία διάσταση όπου ο χώρος και ο χρόνος δημιουργούν ένα ατέρμονο γαϊτανάκι που στροβιλίζεται στο άπειρο και εσείς το καρφώνετε όπου θέλετε για να στήσετε το δικό σας τρελό χορό.

Πάμε μαέστρο με το επεισόδιο 6 και όποιος αντέξει. Όπα, μισό μισό μισό μισό. Στα επόμενα συγκλονιστικά λεπτά ενδέχεται να υπάρχουν ψήγματα από χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις και ήχοι από μεταλλικά τρίγωνα. Ρίξτε λοιπόν και κανένα ψιλό στην ορχήστρα μας σαν καλοί άρχοντες για να ακούσετε το «καλή εσπέραν» το σωστό. Καλή ακρόαση, αν είναι ο ορισμός σας.

Κάνουμε ένα άλμα στην αφήγησή μας και βρισκόμαστε στο σήμερα. Όπως καταλαβαίνετε αυτό δεν είναι ένα απλό άλμα, δεν είναι κροταλίας, αλλά ένα πήδημα Ροδίτικο. Ιδού λοιπόν ο Podycaster, όχι στη Ρόδο, αλλά στο κρεβάτι του σε ένα τυπικό κυριακάτικο ξύπνημα. Ρίχνει μια ματιά στο ρολόι και βλέπει ότι παρακοιμήθηκε. Σηκώνεται άρον-άρον για το πρωινό του αερόβιο — το κλασικό χαμστερόβιο. Όχι στον τροχό που στην πραγματικότητα είναι κύλινδρος, αλλά έξω by the sea. Έχει περάσει η ώρα, και οι δρόμοι θα αρχίσουν να πλημμυρίζουν με κάθε λογής έμβια όντα. Επιλέγει μία πιο απόμερη διαδρομή όπου μπορεί ακόμη να απολαύσει την πρωινή ησυχία και να αφεθεί στα αρώματα της φύσης. Παίρνει το μονοπάτι που περνάει πάνω από τα βράχια και οδηγεί στους παλιούς ανεμόμιλους. Δονκιχωτικό σκηνικό. Ρίχνουμε και κανένα λόκαλ τοπόσημο, έτσι να ψαρώνουν οι ξένοι και οι αλλόθρησκοι.

Στα ανοιχτά βλέπει μία ψαρότρατα. Μερακλώματα για το πλήρωμα, αφού από μέσα ακούγεται κάποιο αρχοντορεμπέτικο. Ο ήχος της μηχανής και ο αέρας που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση δεν τον αφήνουν να αναγνωρίσει το κομμάτι. Χαμηλώνει τη μουσική από το κινητό του, αλλά μάταια. Οι διπλοπενιές από την τράτα μπερδεύονται με τον παφλασμό των κυμάτων και με κάτι άλλες πενιές από τον σταθμό του κινητού του, που τελικά είναι αυτές που θα επικρατήσουν σε αυτό το battle. Είναι από την κιθάρα του Carlos Santana στο «Smooth». Σπίθα και φυτίλι που πυροδοτεί αναμνήσεις.

Rewind σοβαρό στο χρόνο τον άτιμο, που όμως για το δικό μας εφηβικό γαϊτανάκι είναι fast forward. Ας τα βρούμε λοιπόν κάπου στη μέση σε αυτόν τον φανταστικοζουμεροσπαρταριστό καμβά.

Στούντιο παραγωγής ήχου και εικόνας.

Project: τηλεοπτικό spot για το άλμπουμ «Supernatural» του Santana. Δίσκος με επιτυχιάρες όπως το Smooth, το Maria Maria, το Corazon Espinado και άλλα πολλά. Κάνει μεγάλες πωλήσεις στη χώρα και στο τελευταίο meeting έχει παρθεί η απόφαση να πάει στο next level. Η διαφήμιση στην τηλεόραση ήταν τότε το τελευταίο στάδιο, το ακριβότερο και αυτό που πήγαινε τα πράγματα σε άλλο επίπεδο και τα έκανε γνωστά σε όλο το λαό — το λεγόμενο crossover. Ακόμα έτσι το λένε.

Έκλεινες στούντιο, ηχογραφούσες το σπικάζ, λίγα πλάνα από το βιντεοκλίπ του τραγουδιού, το εξώφυλλο του δίσκου, πέταγες και ένα «κυκλοφορεί από την Τάδε Records» και καθάρισες. 15 δευτερόλεπτα διάρκεια, γιατί η διαφήμιση στα κανάλια ήταν αλμυρούτσικη. Πόση ώρα σου έπαιρνε; 3 ώρες max, και γυρνούσες στο γραφείο κύριος με το σποτάκι έτοιμο.

Διηγείται ο ίδιος: «Τελειώνει η εκφώνηση — μπορεί να την είχα κάνει και εγώ, δεν θυμάμαι καλά. Και εκεί που όλα πήγαιναν ρολόι και ήταν ώρα να εμφανιστεί το εξώφυλλο του άλμπουμ, τρώω το φλας. Επειδή το εξώφυλλο ήταν ουσιαστικά μία ζωγραφιά με boho αισθητική (τότε το λέγαμε ethnic) με μουσικά όργανα, μπόνγκος, κρουστά, μάσκες ιθαγενών και άλλα τέτοια εξωτικά, πετάω στον τεχνικό την ιδεάρα μου: «Μεγάλε, θέλω να ξεκινάει με έναν κενό καμβά και σιγά-σιγά να ζωγραφίζεται το εξώφυλλο από ένα αόρατο χέρι. Μπορείς;» «Μπορώ» μου λέει.

Η δουλειά σήμερα με τα έτοιμα templates στο CapCut και στο Canva γίνεται σε δευτερόλεπτα. Τότε το «αόρατο χέρι» ήταν αυτό του μοντέρ — Μακελειό, κοινώς λούσιμο. Κανείς δεν έλεγε «λούσιμο» τότε. Μας πήρε η νύχτα και γύρισα στο γραφείο λίγο πριν το σχόλασμα. «Τι έγινε ρε;» «Εντάξει» λέω, «έχουμε φτιάξει έργο τέχνης, όχι τηλεοπτικό spot!» «Θα το πληρώσεις εσύ» μου λέει το αφεντικό. Να σημειώσουμε εδώ ότι το στούντιο το πλήρωνες με την ώρα — κάτι που παρόλες τις κοσμοιστορικές αλλαγές στον πλανήτη, έτσι γίνεται ακόμη και σήμερα. «Μη σε νοιάζει, θα πουλήσουμε 80k με αυτό το spot». Ούτε 80k έλεγε κανείς τότε!»

Το άλμπουμ όντως ξεπέρασε τις 85.000 πωλήσεις — ίσως το τελευταίο ξένου ρεπερτορίου που άγγιξε αυτά τα νούμερα. Αλλά η λυπητερή από το στούντιο ήταν σχεδόν το ενοίκιο που έδινε τότε ο Podycaster στο διαμέρισμα που έμενε. Okay, τα ενοίκια τότε δεν ήταν στο Θεό, αλλά ήταν σπατάλη ανεπίτρεπτη, ακόμα και για αυτό το εμπορικό αποτέλεσμα. Το αφεντικό του το χτύπαγε αρκετά συχνά.

Πίσω στο αερόβιο.

O Podycaster παίρνει το στενό μονοπάτι δίπλα από την παραλία που μέσα από πυκνές φυλλωσιές οδηγεί σε έναν μικρό ορμίσκο. Τον αφήνουμε να παρατηρεί την επιγραφή σε μία σκουριασμένη άγκυρα πάνω στα βράχια και επιστρέφουμε στο θέμα μας, πίσω στη δεκαετία τη σωστή. Τότε που λέγαμε ανέκδοτα του στυλ «μπαίνουν τρεις τύποι σε ένα μπαρ». Η μαμά ψωνίζει πια στο σούπερ μάρκετ και όχι στον μπακαλομανάβικο της γειτονιάς. Μόλις είχαμε σηκώσει ένα Όσκαρ με τη μουσική του Vangelis για το «Chariots of Fire» — ολέ! Η αντίπαλη ομάδα ήταν κουρέλες. Λέει κανείς «κουρέλες» πια;

Στην τηλεόραση υπήρχαν ακόμα διαφημίσεις τσιγάρων, κυρίως με καουμπόηδες και νταλικέρηδες. Η Άννα Βίσση σύντομα θα παντρευτεί τον Νίκο Καρβέλα και θα ξεκινήσει την πορεία προς την απολυτότητα. Η Δέσποινα Βανδή πηγαίνει ακόμα στο γυμνάσιο. Ο ήρωάς μας από την άλλη μεριά είναι ένα χάμστερ στο λύκειο και συνεχίζει τις μουσικές αναζητήσεις του.

Η πυξίδα είναι καρφωμένη στο hard rock: Deep Purple, Rainbow, Scorpions, Dio, Black Sabbath, Led Zeppelin. Μπάσο, κιθάρα, drums — καθαρά πράγματα, να ξέρουμε τι ακούμε. Αυτά τα ακαταλαβίστικα pop / new wave που κάνουν οι Άγγλοι είναι για φλώρους, εμείς είμαστε χαμστεροκάδες. Ήταν άλλωστε η εποχή των guitar heroes. Είχαν κάνει τότε την εμφάνισή τους μερικοί από τους μεγαλύτερους παιχταράδες που λατρεύτηκαν σαν θεοί με τις επιδόσεις τους και τη θεατρική σκηνική τους παρουσία. Μην ξεχνάτε ότι μέχρι πριν λίγο καιρό τρώγαμε μόνο φέτα και κασέρι — είχαμε καιρό ακόμη να φτάσουμε στην παρμεζάνα και το καμαμπέρ. Και στη σχολική ύλη άλλωστε, πρώτα έχουμε ταχύτητα, επιτάχυνση και μετά κεντρομόλο / φυγόκεντρο. Πρώτα υπολογίζουμε το εμβαδόν του ορθογωνίου, δεν πέφτουμε με τα μούτρα στα ολοκληρώματα. Έχουμε καιρό να φτάσουμε στον Zappa και στους Residents. Μην κρίνετε, απολαύστε τη βόλτα!

Εκτός από το hard rock της εποχής, το ξεκίνημα έχει και πινελιές από τις μουσικές των ’60s — το παραμύθι των Boomers που με LSD και λουλούδια στις κάννες των στρατιωτών είχαν προσπαθήσει κάποτε να αλλάξουν τον κόσμο. Καλή προσπάθεια! Γράφει στιχάκια και ονόματα συγκροτημάτων στη σχολική τσάντα. Τα στιχάκια είναι εξ ακοής, γι’ αυτό και μερικές φορές λίγο διαφορετικά από το αυθεντικό κείμενο. Είναι όμως όλα full instagrammable και tiktokable με σημερινούς όρους· λείπουν απλά οι εικόνες και τα βίντεο. Αυτό θα άλλαζε πολύ σύντομα, ένα απόγευμα Παρασκευής για την ακρίβεια.

Ενώ στην Αμερική είχε ξεκινήσει το MTV, εδώ είχαμε μόνο μία εκπομπή στο ραδιόφωνο και ένα περιοδικό. Οι πειρατές εξαφανίζονταν σιγά-σιγά. Α, ήταν και ο αμερικάνικος σταθμός στα μεσαία — τα μεσαία, μα ήταν ζωή αυτή;

Ερχόταν όμως και εδώ κάτι που θα αφήσει τη δική του ιστορία για τα επόμενα 10 χρόνια. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, και μετά από μία διαφήμιση της Bic που ανάβει, ξυρίζει και απλουστεύει τη ζωή, ξεκινάει να προβάλλεται το θρυλικό «Μουσικόραμα», η πρώτη μουσική εκπομπή (το λέει και το όνομά της άλλωστε) με παρουσιαστές τον Γιώργο Γκούτη και τον Στάθη Παπούλια. Τα εξωτικά ονόματα συγκροτημάτων και οι περίεργοι τίτλοι τραγουδιών αποκτούν κινούμενη εικόνα. Κυρίες και κύριοι, ξεκινάει η μαγική εποχή του βιντεοκλίπ. Κοσμογονία!

Εκεί λοιπόν αντικρίζουμε για πρώτη φορά το 15λεπτο κλιπάκι – ταινία μικρού μήκους από το άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών: το «Thriller» του Michael Jackson και τα εξωγήινα χορευτικά του κάνουν πανικό. Η rock κοινότητα προτιμά φυσικά το «Beat It» με την κιθαριστική συνεισφορά του πάντα χαμογελαστού Eddie Van Halen. Για όλους έχει. Όμως υπάρχει ένα τραγούδι που βάζει τα πράγματα στη θέση τους τότε, για να ξέρουμε τι μας γίνεται και να είμαστε ξεκάθαροι και κρυστάλλινοι: είναι το «I Love Rock ‘n’ Roll» με την Joan Jett.

Αυτό το κόλλημα με το rock δημιουργεί πρόβλημα στους σχολικούς χορούς. Ο Podycaster δεν μπορεί να συντονιστεί με τα χορευτικά κομμάτια και σε συνέντευξή του έχει πει πως δεν θυμάται τίποτα από το ρεπερτόριο των disco της εποχής. Δεν θέλω να του χαλάσω το μύθο της πολύτιμης εναλλακτικότητας που προσπαθεί να διατηρήσει ακόμη και σήμερα, αλλά δεν μπορεί να έχει ξεχάσει πώς ξεκινούσε το πρόγραμμα: Έσβηναν όλα τα φώτα. Η βραχνή φωνή του David Bowie στην εισαγωγή απειλούσε ότι θα κάνει λίμπα το μαγαζί ρίχνοντας στη φωτιά βενζίνη («Putting out fire with gasoline»). Μετά άναβαν τα στρόμπο που άρχιζαν να γεννούν οι ντισκομπάλες και αναβόσβηναν τα τετράγωνα στο πάτωμα — πανζουρλισμός!

Θα ερχόταν πάντως κάποτε ο καιρός που θα ξεσάλωνε με όλα τα disco hits, συνήθως υπό την επήρεια κάποιου ηδύποτου — εντάξει, ας βάλουμε πληθυντικό: μερικών ηδύποτων! Έχουμε και λέμε: Barbarella στη Συγγρού, Αυτοκίνηση στην Κηφισιά. Κυκλοφορούσαν μέχρι και κασέτες με το πρόγραμμα των resident DJs (ο όρος «resident DJ» δεν είχε εφευρεθεί ακόμη). Υπήρχε και άλλη μία που δεν θυμάμαι το όνομά της, αλλά σίγουρα ανισόπεδη, αφού ήταν μια υπόγεια στο Κεφαλάρι, δίπλα στο Εντελβάις— το καφέ που πήγαιναν όταν έκαναν κοπάνα (εκεί που σήμερα είναι τα TGI Fridays). Λίγο πιο πέρα στο παρκάκι ήταν η περίφημη «Αλάσκα», καφετέρια που θα γινόταν και το σκηνικό για γυρίσματα σε διάφορες νεανικές ταινίες. Μηχανές, άσπρα t-shirts, δερμάτινα και πολύ «φάση δικέ μου» καταστάσεις — Hollywood  με Άσσο φίλτρο. Τότε επιτρέπονταν τα τσιγάρα· μπορούσες να καπνίσεις όπου ήθελες, όπως και τώρα δηλαδή που απαγορεύεται!

Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Το σπίτι γίνεται λατέρνα στα κόκκινα. Κανένας άλλος στολισμός σε ολόκληρη τη γη δεν συγκρινόταν με το δικό τους. Η μαμά δεν άφηνε γωνιά αστόλιστη, έδινε πραγματικά ρέστα. Άλλωστε είχε καλλιτεχνική φλέβα — ζωγράφιζε και έκανε και χαλκογραφίες στην πυλωτή. Ένα μικρό κομμάτι είχε κλειστεί παράνομα και είχε γίνει το ατελιέ της. Μέσα υπήρχαν μία μικρή σόμπα, πινέλα, μπογιές και μουσαμάδες. Ήταν το αγαπημένο μέρος του Podycaster για διάβασμα όταν ήθελε απόλυτη ησυχία και συγκέντρωση· εκεί προετοιμαζόταν καλύτερα για τις σοβαρές εξετάσεις του. Ακόμα και σήμερα, η μυρωδιά της λαδομπογιάς τον στέλνει πίσω σε αυτό το δωματιάκι.

Στολίδια τέρμα λοιπόν και εορταστικά γλυκά να σου σπάνε τη μύτη! Αυτά ήταν με υπογραφή γιαγιάς: φουλ του μελομακάρονου με δίπλες, καρυδάκι και μέλι από πάνω — γευστικός συγκλονισμός! Όλες οι συνταγές by heart, δεν υπήρχαν τηλεοπτικοί σεφ και κουραμπιέδεςτηςθείας.gr στο internet. Για να σας το εξηγήσω ποντκαστερικά και ξεκάθαρα: η μαμά του Πετρετζίκη δεν είχε γνωρίσει ακόμη τον μπαμπά του Πετρετζίκη!

Στο δημοτικό, ο Podycaster και ο αδερφός του περνούσαν τις μέρες των γιορτών στο χωριό με τη γιαγιά και τον παππού, αφού έκλειναν αρκετά νωρίς τα σχολεία. Για κάποιο λόγο που δεν θυμάται, δεν έλεγαν τα κάλαντα — ή μάλλον το είχαν κάνει πολύ λίγες φορές. Κάτι που δεν τον χάλαγε, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν του άρεσαν τα κάλαντα· δεν καταλάβαινε τι έλεγαν και σπαζόταν. Και αργότερα όταν καταλάβαινε, θυμόταν τις εποχές που δεν καταλάβαινε και πάλι σπαζόταν — λίγη χριστουγεννιάτικη μίρλα!

Στο χωριό υπήρχε το έθιμο της «Μπόσκας»: το πρωί της παραμονής, με ένα κλειδί στο χέρι χτυπούσαν τον παππού στο κεφάλι και μετά τους έδινε το χρήμα! Τώρα μη ρωτάτε περισσότερα, αυτά μου είπε ο Podycaster, αυτά σας λέω κι εγώ, δεν έχω μάστερ στη λαογραφία. Η τελετουργία ολοκληρωνόταν με τα δώρα της Πρωτοχρονιάς, τα οποία εμφανίζονταν ως δια μαγείας στο τζάκι, στο δωμάτιο που κοιμόντουσαν. Προσπαθούσαν φυσικά να μείνουν ξύπνιοι όσο μπορούσαν, αλλά ο Άγιος Βασίλης ήταν υπομονετικός και κατέβαινε από την καμινάδα όταν είχαν πια κοιμηθεί. Έτρωγε και μία δαγκωνιά κουραμπιέ και η υπερπαραγωγή ολοκληρωνόταν με επιτυχία. Happy end!

Όταν πια ο Αϊ-Βασίλης είχε βγει από το πλάνο, έπαιζε και το σενάριο του καλέσματος σε άλλα σπίτια. Σε κάποιο από αυτά, ένα δώρο κάποιου άλλου χαμστερακίου ήταν ένα πιανάκι με αριθμημένα πλήκτρα και διάφορες παρτιτούρες που αντί για νότες είχαν νούμερα, και έτσι έπαιζες το κομμάτι. Όλα τα παιδάκια (συγγνώμη, χαμστεράκια ήθελα να πω) έπαιζαν με κάποια επιτυχία το κομμάτι. Έρχεται και η σειρά του ήρωά μας να δοκιμάσει την τύχη του, που ακόμα δεν το ξέρει, αλλά είναι ένας μελλοντικός music lover χαμστεροκάς, όπως έχουμε πει.

Και εδώ κρύβεται η ρωγμή στο αφήγημα του Podycaster: όλοι πιστεύετε ότι αυτή η πολυδιαφημισμένη αγάπη του για τη μουσική τρέφεται από ένα υφέρπον και σε χειμερία νάρκη ταλέντο. Σωστά; Πλανάσθε πλάνην οικτρά! Το παιδί (συγγνώμη, το χάμστερ) δεν μπορούσε να σταυρώσει νότα — αριθμό για την ακρίβεια στο συγκεκριμένο πιανάκι! Ένα κλασικό disaster για τον Podycaster. Ο πύργος από τα τραπουλόχαρτα είχε γίνει συντρίμμια. Εκείνη τη μέρα έπρεπε να τη θυμάται όμως όταν στο μέλλον θα θελήσει και θα προσπαθήσει να παίξει σε ηλεκτρική κιθάρα κάτι παραπάνω από τις διάσημες τρεις νότες του «Smoke on the Water». Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που θα την απολαύσουμε σε μελλοντικά επεισόδια.

Πάμε για το Grand Finale. Η χρονιά πλησιάζει στο τέλος της, είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για το νέο χρόνο με τα δώρα. Την παραμονή δεν συμμετείχε πια σε οικογενειακές εκδηλώσεις, προτιμούσε την καινούργια παρέα του. Μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι και τελευταία είχε σκάσει και η συνήθεια της ήπιας χαρτοπαιξίας — με λεφτά φυσικά, έτσι για το καλό μωρέ, αλλά και για το θέαμα! Από την κλασική τριανταμία,  κάποια στιγμή είχαν περάσει στο πόκερ — το κλασικό, το ορθόδοξο, το κινηματογραφικό με πέντε φύλλα κλειστά και μία αλλαγή. Οι αμερικάνικες ταινίες και τα western είχαν κάνει καλή δουλειά: πραγματική παράσταση με μάρκες, πούρα, ποτά, the whole deal! Ούχα, yes sir! Ένας από τους συμμαθητές ήξερε και πόκα, οπότε κάποια στιγμή εμπλουτίστηκε το ρεπερτόριο.

Στην τελευταία λυκειακή μάζωξη και αφού έχει φύγει ο παλιός ο γερο-χρόνος, η παρέα είναι απόλυτα απορροφημένη στο παιχνίδι μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Κανείς δεν έχει πάρει χαμπάρι τι γίνεται στον έξω κόσμο, μέχρι τη στιγμή που ανοίγουν την μπαλκονόπορτα για να αεριστεί το δωμάτιο και να την κάνουν σιγά-σιγά για τα σπίτια τους: απόλυτη σιγή, όλα ήσυχα, όλα κάτασπρα! Πρωτοχρονιά και χιόνι — πιο instagrammable πεθαίνεις!

Ξετρελαμένοι με το σκηνικό, χαιρετήθηκαν και τράβηξε ο καθένας στο δρόμο του. Ήταν η τελευταία Πρωτοχρονιά που θα έκαναν όλοι μαζί. Με τον κολλητό του περπάτησαν μέσα στο χιόνι φορώντας τα μακριά μαύρα παλτά τους. Ένιωθαν όπως οι U2 στο βιντεοκλίπ του «New Year’s Day» — appropriate του κερατά! Ο ήλιος έβγαινε σιγά-σιγά, αλλά δεν είχαν γυαλιά ηλίου για να ολοκληρωθεί το Matrix look (δεκαετίες πριν βγει το Matrix). Το σημείωσαν για να το θυμηθούν και να τα έχουν μαζί τους τις επόμενες παραμονές. Καλή χρονιά!

Αυτά για σήμερα. Τέλος χρόνου… Τέλος χρόνου! Καλό, το πιάσατε το αστεϊάκι; Περισσότερες φανταστικοζουμεροσπαρταριστές περιπέτειες, εορταστικές και μη, στο επόμενο επεισόδιο. Αν ήταν η πρώτη σας φορά, προτείνω να μπείτε να ακούσετε και τα υπόλοιπα επεισόδια. Okay, δεν έχω φτιάξει και τις «Άγριες Μέλισσες», αλλά έτσι θα το ευχαριστηθείτε καλύτερα. Μην ξεχνάτε, like και subscribe. Είναι δωρεάν! Τα λέμε.

Και το ποντκαστερόγραφο.

Ο Podycaster δεν έχει ιδέα πού βρίσκονται σήμερα οι παλιοί συμμαθητές του, εκτός από τον κολλητό του. Ξέρει όμως τι κάνει ο Γιώργος Γκούτης από το «Μουσικόραμα». Μετά το τέλος της εκπομπής εξαφανίστηκε για πάρα πολλά χρόνια, δεν έκανε τίποτα σχετικό με τα ΜΜΕ και δεν έδωσε καμία συνέντευξη — σιγή συρμάτου κινηματογραφική! Oι περιπέτειές του στον κόσμο των επιχειρήσεων τον οδήγησαν τελικά πίσω στο χωριό του (όλοι έχουν ένα χωριό) και τα τελευταία χρόνια αξιοποιεί τα λιόδεντρα της οικογένειάς του παράγοντας premium προϊόντα ελαιόλαδου — 23€ τα 500ml!

Γιώργο Γκούτη, σε ευχαριστούμε.